
Ο Ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα είναι μια από τις σημαντικότερες νουβέλες της ελληνικής λογοτεχνίας. Γραμμένη το 1896, όπου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε σειρές, αποτελεί ένα από τα κυριότερα δείγματα του ελληνικού νατουραλισμού και αντιπροσωπεύει με τρόπο εξαιρετικό την έννοια του κοινωνικού μυθιστορήματος.
Όσοι αποκτούν τη συνήθεια της ανάγνωσης από τα πολύ μικρά τους χρόνια έχουν ένα μειονέκτημα -κι ας φαίνεται πως είναι προνομιούχοι ως προς τον αριθμό των βιβλίων που έχουν διαβάσει (στην ουσία μπορεί και να μην έχει καμία σημασία αυτό). Η απειρία του μικρού της ηλικίας έχει σαν αποτέλεσμα να χάνουν την ουσία μιας ιστορίας, ως αντίτιμο στην εξαίρετη αφήγηση ή την περιγραφή, μπορεί ακόμα και από την πρώτη εντύπωση που μπορεί να κάνουν οι ήρωες της. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το μυθιστόρημα Ο Ζητιάνος, του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Οι παράμετροι και οι βαθύτερες έννοιες του μυθιστορήματος χάνονται στην πρώτη εικόνα που χαρίζει στο έργο ο Νατουραλισμός. Οι ηθικές του προεκτάσεις έχουν πολύ πιο ενδελεχές υπόβαθρο και ερμηνεία.
Ο ήρωας της ιστορίας είναι ο Κώστας Τζιρίτης (Τζιριτόκωστας), ο οποίος κατάγεται από τα Κράβαρα, της Ορεινής Ναυπακτίας και είναι ένας πανούργος, μοχθηρός και παμπόνηρος επαγγελματίας επαίτης. Φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι, στη Θεσσαλία, κουβαλώντας μαζί του ένα παιδί που παριστάνει το ανάπηρο. Εκεί, με δόλιες μεθόδους και με πονηριές εκμεταλλεύεται την αφέλεια των χωρικών και τη δεισιδαιμονία του μικρού τόπου και πουλάει βοτάνια, μαντζούνια και ψεύτικη ελπίδα σε κάθε αναγκεμένο κάτοικο. Καταφέρνει να προκαλέσει διχόνοια, διαφορές και διενέξεις μεταξύ των κατοίκων και τελικά το χωριό καίγεται και ο Τζιριτόκωστας φεύγει από εκεί πλούσιος, ,με το κούφιο μπαστούνι του γεμάτο χρυσές λίρες.
Ο Ζητιάνος, με πείρα στην ανθρώπινη ψυχή και τα τερτίπια που πρέπει να ακολουθήσει, ξεκινάει να πουλάει ό, τι λείπει ή έχει ανάγκη κάθε γυναίκα -στην πλειονότητα-, ματζούνια, γιατρικά και βότανα που θα δώσουν λύση σε κάθε αναγκεμένη κατάσταση. Ρσενικοβότανο, στερφοβότανο, θηλυκοβότανο, βότανα για το κακό το μάτι και τη γλωσσοφαγιά, για τις ανύπαντρες, εκμεταλλευόμενος την αφέλεια και την αγαθότητα των γυναικών του χωριού. Εκμεταλλεύεται ακόμα και τον θάνατο του παραγιού του. Αυτός είναι και ο τρόπος για να εκδικηθεί ο ζητιάνος όσους του φέρθηκαν άσχημα με τον ερχομό του στο χωριό.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας δημιουργεί τον ήρωά του σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, τέτοιο ώστε να αναδείξει τόσο τον ήρωα όσο και την εποχή του. Ο θεσσαλικός κάμπος μετά την προσάρτηση από τη Ελλάδα, το 1881, είναι μια αγροτογενής, φτωχική και χαμηλού πολιτιστικού εκτοπίσματος περιοχή. τα κύρια χαρακτηριστικά που εντυπώνει είναι η δυστυχία των κολίγων, η εκμετάλλευσή τους από τους τσιφλικάδες, αλλά και από τις νέες μορφές εξουσίας που είναι οι χωροφύλακες και οι υπάλληλοι του νέου κράτους στο οποίο είναι υπήκοοι. Ο Καρκαβίτσας δεν θα εξωραΐσει την αγροτική ζωή· θα δώσει σε όλο της το εύρος το σκοτεινό πλαίσιο της ζωής και των ηρώων του. Θα περιγράψει με τρόπο ωμό την ανέχεια, την ηθική κατάπτωση, τον ξεπεσμό και την τραγικότητα της εκμετάλλευσης των αδύναμων.
Ο Ζητιάνος περιγράφει με λεπτομέρειες και τρόπο κυνικό τη ζητιανιά ως επάγγελμα, από τη γέννησή της και σε όλη της την εξέλιξη. Τα Κράβαρα είναι ο τόπος που δημιουργούνται από βρεφική σχεδόν ηλικία οι ζητιάνοι. Οι μεγάλοι δασκαλεύουν από μικρά τα παιδιά τους πώς να προσποιούνται και να προκαλούν τη λύπηση.
Ὁ Μουτζούρης ἦταν δεκαπέντε χρονῶν καὶ θὰ ἐφαινόταν βεργολυγερὸ λεβεντόπαιδο, ἄν δὲν ἦταν σακατεμένος. Ὁ Ἅγιος Πέτρος, τὸ χωριό του, ἐγειτόνευε μὲ τὸ χωριό τοῦ Τζιριτόκωστα καὶ στὴ ζητιανικὴ δόξα ἦταν ἐφάμιλλο, ἄν ὄχι καλύτερο ἀπό ἐκεῖνο. Οἱ κάτοικοί του ἐσυνήθιζαν συφάμελοι νὰ βγαίνουν στὸ ταξεῖδι. Ἕνα δρόμο ἔπαιρναν οἱ γυναῖκες, ἄλλον οἱ ἄντρες καὶ ἄλλον τὰ ὄψιμα παιδιὰ σερνικοθήλυκα. Ἄν ἦσαν καὶ μερικὰ γεννημένα σακάτικα κι ἐκεῖνα δὲν ἔμεναν ἄεργα. Πολλοὶ ἀρχιζητιάνοι τὰ ἔπερναν μ’ ἐνοίκιο, τὰ ἐδασκάλευαν στὸ ψυχολόγι κι ἐγύριζαν ἐδῶ κι ἐκεῖ προβάλλοντας τὸ ἄθλιο πάθημά τους στῶν θεατῶν τὸ ἔλεος.
Το σπουδαίο έργο του Ανδρέα Καρκαβίτσα αναδεικνύει πολλές παραμέτρους τόσο κοινωνικές όσο και ιστορικές και καταφέρνει με την ηθογραφία και τον νατουραλισμό να εξερευνήσει τα χαρακτηριστικά των ηρώων του και να τους δώσει διαχρονική και ανθρωποκεντρική υπόσταση.
Ο Τζιριτόκωστας είναι ένας εκμεταλλευτής, καιροσκόπος και κυνηγός του κέρδους εκ πρώτης όψεως. Δείχνει όμως και τη δύναμη αλλά και την ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει και να τα καταφέρει με οποιονδήποτε τρόπο στις δύσκολες συνθήκες που βιώνει. Από την άλλη οι κάτοικοι-ήρωες του χωριού είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της επαρχίας των αρχών του 19ου αιώνα. Με βασικό τους χαρακτηριστικό τη σχεδόν γονιδιακή τους σχέση με την ανελευθερία, τη σκλαβιά, την αμορφωσιά και τη φτώχεια, την πλήρη ανέχεια, οι άνθρωποι έχουν δημιουργήσει έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα που ο Καρκαβίτσας με ευκρινείς περιγραφές, ζωντανές και ρεαλιστικές αποτυπώνει στην πορεία της ιστορίας του. Μακριά από τη γνώση, με τη δεισιδαιμονία σε πρώτο πλάνο, τον φόβο και την άγνοια, γίνονται θύματα του Ζητιάνου.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γράφει στη δημοτική, όταν το έργο που δημιουργεί δημοσιεύεται μόλις το 1896. Είναι ηθογραφικό -άριστος τεχνίτης σε αυτό το είδος- αλλά και με ένα άλλο χαρακτηριστικό. Παρακάμπτοντας το ρεύμα του ρεαλισμού που υφίσταται ως καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής, προχωράει στον νατουραλισμό. Περιγράφει δηλαδή όλες τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες της ιστορίας του με φωτογραφική ακρίβεια που τείνει να εκφράζει με λεπτομέρειες ό, τι αρνητικό υφίσταται στο έργο. Έτσι η εξαθλίωση, η αφέλεια, η αμάθεια, η δυσχερέστατη θέση της γυναίκας, η πονηριά και η εκμετάλλευση δεν έχουν καμία λογοτεχνική ωραιότητα. Τουναντίον, παρατίθενται σε αληθινή κατάσταση.
Η ηθογραφία δίνει στον Καρκαβίτσα τη δυνατότητα να αναλύσει τα ήθη της επαρχίας με ζοφερά χρώματα, να διαψεύσει το βουκολικό, ειδυλλιακό τοπίο της εποχής και να κάνει κατανοητό το κοινωνικό σύστημα που επικρατεί στην Ελλάδα την εποχή που πραγματεύεται το μυθιστόρημά του. Η ζητιανιά είναι μια αφορμή. Μέσα από αυτή, στην πραγματικότητα, θίγει έναν σοβαρό προβληματισμό. Η επαιτεία είναι μια συνθήκη -μέχρι και σήμερα την ίδια ακριβώς φύση έχει- εξαπάτησης τελικά, που επικρατεί σε ένα κοινωνικό σύνολο και αποτελεί κύριο συστατικό του ή μια κοινωνία παραμένει αφελής και ευκολόπιστη, λόγω ημιμάθειας και άβουλης συνείδησης;
Με τον Ζητιάνο, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας θα αναπαραστήσει την Ελλάδα που άφησε η τουρκοκρατία. Θα χρησιμοποιήσει τη δημοτική γλώσσα, της οποίας είναι ένθερμος υποστηρικτής, αλλά και τα τοπικά ιδιώματα της περιοχής που εξελίσσεται η ιστορία. Παράλληλα θα εκμεταλλευτεί και το αυθεντικό λεξιλόγιο της επαιτείας της εποχής, τα μπολιάρικα, λέξεις αργκό που θα εμπλουτίσουν το κείμενο και θα του δώσουν χαρακτήρα. Όπως και τούρκικους ιδιωματισμούς, ή τοπικούς των κολίγων της εποχής, που φέρνουν τον αναγνώστη πιο κοντά στην εικόνα και το θέμα του έργου. Ο Ζητιάνος είναι ένα έργο με πλούσια πολιτιστικά στοιχεία, με δημοτική μουσική, ποίηση, λαϊκά παραμύθια και παραβολές. Ακόμα και το ύφος των περιγραφών του θυμίζουν δημοτικό τραγούδι.
Δυστυχῶς, μὲ ὅλες τὶς προφυλάξεις τῆς Χαϊδεμένης καὶ μὲ ὅλες τὶς φροντίδες τοῦ Γατσούλη, τὰ παιδιὰ ἐγεννιῶνταν, ἕνα μὲ τ’ ἄλλο, ὅλα σακατεμένα. Ἐννιὰ εἶχε γεννήσει καὶ τὰ ἐννιὰ ἐβγῆκαν μὲ τὸ πάθημά τους. Ὁ Γατσούλης ἐθλιβόταν κατάκαρδα γιὰ τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἔπαυε, μόλις ἔφτανε καθένα στὰ τέσσερα−πέντε χρόνια, νὰ τὸ νοικιάζῃ συμφερτικὰ στοὺς ἀρχιζητιάνους. Κι ἐπαρηγοροῦσε πάντα τὴ γυναῖκα του μὲ φιλοσόφου ἀπάθεια: Ὁ Θεὸς τὰ ἔδωκε· δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸν Θεό!…
Κατὰ τὸ κοντόβραδο, ὅταν ἡ Χαϊδεμένη ἐγύρισε στὸ σπίτι, ὁ Γατσούλης ἔλειπε. Ὑποψιασμένη ἔτρεξεν εὐθὺς στὴ γωνία, ὅπου εἶχεν ἀφημένα τὰ παιδιά. Ἀλλὰ μόλις ἐσήκωσε τὸ μάλλινο σκέπασμά τους, τρανὴν ἔρριξε κραυγὴ κι ἐλιποθύμησε. Καὶ ὅταν ἐσυνῆρθε, ξεμυαλισμένη, μὲ τὰ μαλλιὰ ξέπλεκα, τὰ μάτια ἀγριεμένα, δέρνοντας τὰ στήθη τῆς ἄπονα καὶ θεορρίχνοντας τὸν ἄντρα της ἐροβόλησε πάλι στὸ ρέμμα κι ἐχάθηκε γιὰ πάντα.
− Βρὲ τὴν κουτή! εἶπεν ὁ Γατσούλης, ὅταν ἐγύρισε στὸ σπίτι μεθυσμένος καὶ οἱ γειτόνοι τοῦ εἶπαν τῆς γυναίκας του τὸ πάθημα. Τί φταίω ἐγὼ σὰν ἔρχεται τὸ Στοιχειὸ καὶ πλακώνει τὰ παιδιά της!…
Τὴν ἄλλην ὅμως ἡμέρα ἔκλαψε κι ἐπενθοφόρεσεν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἄρχισε νὰ λογαριάζῃ κατὰ πόσο θ’ ἄξεναν τὰ εἰσοδήματά του ἔπειτ’ ἀπὸ ὀχτὼ−δέκα χρόνια, ὅταν θ’ ἄρχιζε νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ τὰ δύο νέα του παραλλάγματα.
Ποιο από τα δύο αντίπαλα δέη ή πρωταγωνιστικά πρόσωπα καυτηριάζει και κατηγορεί ο Καρκαβίτσας; Ο κεντρικός ήρωας, ο Τζιριτόκωστας, επιβάλλεται, κυριαρχεί και στην ουσία εμπαίζει τους ευκολόπιστους κατοίκους ενός χωριού. Ο ζητιάνος όμως φαίνεται ότι προσπαθεί να επιβιώσει και να δικαιωθεί για την άσχημη αντίδραση που έχουν οι νοικοκυραίοι σε έναν απόβλητο της κοινωνίας. Είναι καταφερτζής, ελίσσεται, επιβιώνει και τα καταφέρνει. Πόσοι άνθρωποι σήμερα που δεν είναι επαίτες αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τη ζωή; Πόσο έξω από την κοινωνική νομοτέλεια είναι ένας Τζιριτόκωστας που δεν είναι ζητιάνος; Πόσο εύκολα δημιουργεί ένα πολιτικό και κοινωνικό σύστημα ανθρώπους κουτοπόνηρους, που ελίσσονται για να επιβιώσουν;




