Βιβλίων Γη
Για την ιστορία του καφενέ γράφει η Σοφία Σιγάλα
Δεν πάνε πολλά χρόνια που τα καφενεία έσφυζαν από ζωή.
Οι περισσότεροι θαμώνες, άνθρωποι μιας περασμένης ηλικίας, στα συνοικιακά καφενεία, να χτυπάνε τα κομπολόγια τους, να διαβάζουν επιδεικτικά την εφημερίδα τους, να πιάνουν κουβέντα και να λύνουν όλα τα θέματα μιας χώρας που στενάζει κάτω από το καϊμάκι του καφέ, το χοντρό άσπρο φλιτζανάκι με το χαριτωμένο αφτάκι, και το λουκούμι τριαντάφυλλο, καρφιτσωμένο με μια οδοντογλυφίδα, φιγούρες ενός ξεθωριασμένου πίνακα, από τον καπνό του τσιγάρου, να θυμίζουν τη γλυκόπικρη ζωή, τα νιάτα και τα γηρατειά, και την εύκολη λύση κάθε κοινωνικού ή πολιτικού προβλήματος με την αλησμόνητη φράση «μια μέρα να με κάνανε πρωθυπουργό…» Τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή την εικόνα.
Τα καφενεία δεν ήταν πάντα έτσι, αλλά πάντα ήταν ένα κοινωνικό «βήμα» πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνικής σφυγμομέτρησης, μια λαϊκή βουλή, ένας κόσμος μικρός μέσα στον μεγάλο.
Η λέξη καφενείο έχει καταβολές και ρίζα ανατολίτικη και προέρχεται από τις kahve, που σημαίνει καφές στα τούρκικα και hane, που είναι ο χώρος ή το σπίτι. Τέτοια μέρη, όπου οι μουσουλμάνοι έπιναν καφέ, έκαναν την εμφάνισή τους τον 15ο αιώνα και οι πληροφορίες λένε πως τον καρπό του καφέ έφεραν πρώτοι οι δερβίσηδες, από τη Μεσοποταμία.
Οι σουλτάνοι έπιναν πολύ καφέ και στα χαρέμια ήταν μια απόλαυση μοναδική, που συνοδευόταν από μελλούμενα και προφητείες, που κατακάθονταν στον ντελβέ του, ενώ η μέχρι τώρα συνοδεία του με ένα ποτήρι νερό έχει ερμηνεία. Επειδή κανένας δοκιμαστής δεν έπινε από το φλυτζάνι του πατισάχ, συνεπώς ο κίνδυνος της δηλητηρίασης ήταν μεγάλος, του έφερναν μαζί με τον καφέ ένα ποτήρι νερό. Εκείνος έριχνε μια σταγόνα μέσα στον καφέ. Αν άφριζε, τότε ήταν δηλητηριασμένος!
Τα μαγαζιά που ο κόσμος καθόταν και έπινε καφέ ήταν τα ντουκιάνια, μικρομάγαζα με πατημένο χώμα που είχαν κι άλλες λειτουργίες, συνήθως ήταν μπακάλικα και είχαν και ένα δώμα, ένα τεζιάκι, έναν χώρο ξεχωριστό, που εκεί ήταν η παραστιά και πάνω της το γεντέκι ή αλλιώς γιογούμι, ένα δοχείο με βρυσάκι, για να υπάρχει πάντα ζεστό νερό, λίγα χαμηλά καθίσματα και δυο τρεις σοφράδες. Ο ταμπής ήταν ο παρασκευαστής του καφέ. Ο καφές ή γκαϊβές είχε μια ιεροτελεστία για να φτιαχτεί.

Η χόβολη έπρεπε να είναι πάντα σε ετοιμότητα και το μπρίκι πάνω της. Ο τούρκικος καφές ήθελε πολλή ώρα για να γίνει, και καβουρδιζόταν τη στιγμή της παρασκευής του. Αρχικά μόνος του, αργότερα του πρόσθεταν και μπαχαρικά, περισσότερο κάρδαμο σπασμένο. Έξω απ΄ το ντουκιάνι υπήρχε πάντα το χαβάνι, ο πέτρινος μύλος που έσπαζαν το καφέ και τον έκαναν σκόνη. Τα μαγαζιά που σερβίριζαν καφέ ήταν χώροι πολλών δραστηριοτήτων.
Σε μια γωνιά ο ιδιοκτήτης έβγαζε δόντια, σε άλλη φτιάχνονταν τα παπούτσια, που σημαίνει πως αναφερόμαστε σε ένα μέρος που οι συνάθροιση ήταν πάντα αθρόα και δεκτική σε κάθε είδους σκέψεις, αντιλήψεις, διαφορετικότητας, όσον αφορά κοινωνικές διαβαθμίσεις -οι σουλτάνοι, μεταμφιεσμένοι σε απλοί πολίτες επισκέπτονταν τους καφενέδες για να μάθουν τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν από τον λαό.
Το πρώτο καφενείο δημιουργήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1551 από δύο Σύριους. Πιο πριν, την εμφάνισή του έκανε στην πρωταρχική του μορφή στη Μέκκα, όπου ένας δερβίσης ανακάλυψε τον καρπό και έφτιαξε, μετά από μια απλή αρχικά διαδικασία το πρώτο αφέψημα καφέ. Οι Σύριοι, γνωρίζοντας πολύ καλά τις ιδιότητες αυτού του νέου «ποτού», άνοιξαν το καφενείο τους σε μια συνοικία κοντά στην Αγια-Σοφιά. Οι πρώτοι πελάτες του ήταν όσοι Οθωμανοί κατέφθαναν από τη Μέκκα και είχαν γνωρίσει ήδη αυτή την απόλαυση.
Σιγά σιγά έμαθαν όλοι για τον καφέ κι έτσι άρχισαν να ανοίγουν κι άλλα τέτοια μαγαζιά. Για την επανάσταση που έλαβε χώρα με την εμφάνισή του, κάνει λόγο στο μυθιστόρημά του ο Σαϊγκίν Ερσίν,«Ο πασάς της κουζίνας». Τα περισσότερα καφενεία άνοιγαν κοντά σε τζαμιά. Οι μουφτήδες, λοιπόν, βλέποντας ότι οι πιστοί προτιμούσαν τον καφέ από την προσευχή, διαμαρτυρήθηκαν στον Σουλτάνο, τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή.
Εκείνος με τη σειρά του, για να μη χάσει τις καλές του σχέσεις με τη θρησκευτική εξουσία, εξέδωσε φιρμάνι που απαγόρευε την κατανάλωση καφέ. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με ογδόντα ραβδισμούς. Αυτή ήταν και η αιτία να επαναστατήσει ο λαός, που θεωρούσε τον καφέ μια υπέρτατη απόλαυση. Η άρση του φιρμανιού είχε σαν αποτέλεσμα να ανοίξουν εκατοντάδες μικρομάγαζα που πουλούσαν καφέ, με αποτέλεσμα να διαδοθεί και να γίνει αγαπημένη συνήθεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
Η κουλτούρα που δημιουργήθηκε γύρω από τα καφενεία και το πολύτιμο αγαθό που σερβιριζόταν σε αυτά εξελίχθηκε σε κοινωνική συνθήκη και πολιτική σφυγμομέτρηση. Ο νταλκάς και ο πόνος εκφραζόταν μέσα στα καφενεία.
Αμανέδες μακρόσυρτοι, ναργιλέδες που μοσχομύριζαν και έδιναν την αίσθηση ενός άλλου κόσμου, που οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να κατακτήσουν -όνειρα μέσα στην αρωματική αιθάλη, αποποίηση του πραγματικού, προσέγγιση ενός άπιαστου ονείρου, ούτια και κανονάκια με μελωδίες από χαρέμια ανέγγιχτα και μακρινά- συζητήσεις που έριχναν και ανέβαζαν εξουσίες, ένας σταθμός των μεθοριακών της απολαυστικής ζωής που έφερνε σε επικοινωνία με τον έξω κόσμο τους θαμώνες του, αφού εξελίχτηκαν σε στάσεις των εμπόρων της Βασιλεύουσας, που σημαίνει ο μοναδικός τρόπος μεταφοράς νέων, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και εξελίξεων.
Τα καφενεία ήταν εφημερίδες πριν οι εφημερίδες διαβαστούν από όσους σύχναζαν σε αυτά. Άλλωστε, αναφερόμαστε σε μια εποχή αναλφαβητισμού και αμάθειας από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Ακολουθεί στο πρωτότυπο το απόσπασμα του Αζίζ Νεσίν «Ο καφές και η Δημοκρατία», με αναφορά στην έκδοση Θεμέλιο.
Η Suraiya Faroqhi, στο βιβλίο της, «Κουλτούρα και καθημερινή ζωή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία», μεταξύ άλλων, κάνει αναφορά στην κοινωνική διαστρωμάτωση που προεκτάθηκε και στα καφενεία με τον καιρό, ιδιαίτερα κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι συζητήσεις και οι κάθε είδους σχολιασμοί ή η οικονομική και εμπορική ταυτότητα των θαμώνων του καφενείου δημιούργησε διαφορετικά είδη.
Έτσι, δημιουργούνται, ανάλογα με την περιοχή και την τάξη την κοινωνική που συχνάζει σε αυτά, τα καφενεία των γενίτσαρων, που ακολουθούν την ίδια οργάνωση με αυτή του στρατιωτικού σώματος, τα καφενεία των εμπόρων και των συντεχνιών, από κάθε διαφορετικό συνάφι, εκείνα των ασίκηδων, των γυρολόγων και οργανοπαιχτών και παραμυθάδων δηλαδή, που μεταφέρουν την παράδοση και τη λαογραφία της αυτοκρατορίας από άκρη σε άκρη, ως πολιτιστικά στέκια.
Με αυτόν τον τρόπο, ξεκίνησαν να παίζουν και παραστάσεις Καραγκιόζη σε αυτά, μιας και όλοι οι καραγκιοζοπαίχτες που μαζεύονταν στο καφενείο του σιναφιού τους, στο Καπαλί Τσαρσί, την κλειστή αγορά της Πόλης, έδιναν και παραστάσεις, κάτι που πήρε μορφή αργότερα δρώμενου που λάβαινε χώρα στα καφενεία.
Το καφενείο στην Ευρώπη έχει ρίζες ανατολίτικες
Ένας Έλληνας από τη Σμύρνη ήταν ο ιδιοκτήτης του και το όνομα αυτού, «Ελληνικόν Καφενείον». Στο βιβλίο, Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων στην τουρκοκρατία, του Ι. Μ. Χατζηφώτη, υπάρχουν οι εξής πληροφορίες. Το όνομά του, λέγεται, πως ήταν Πασκουά -χωρίς να έχει κατοχυρωθεί ιστορικά με κάποιον τρόπο. Η σκέψη του πρώτου ιδιοκτήτη καφενείου είχε κάτι από το εμπορικό δαιμόνιο του Έλληνα.
Στην Αγγλία, έχουν φτάσει πολλοί Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη για σπουδές. Μετά την Άλωση, ορισμένοι που εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη και την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα έφθασαν ως την Αγγλία, προς εύρεση μιας καλύτερης τύχης. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, σιγά σιγά, η ελληνική κοινότητα αυξήθηκε και στους κόλπους της είχε και εμπόρους, αλλά και ανθρώπους που προσπαθούσαν να βρουν τρόπους να επικοινωνήσουν το ελληνικό ζήτημα, αφού η αυτοκρατορία τους εκδιώκει και τους τιμωρεί.
Ο πρώτος που παρασκευάζει και πίνει καφέ στην Αγγλία είναι ο τότε φοιτητής Ναθαναήλ Κανώπιος, αργότερα ιερέας στην Κρήτη. Ο εκλεκτικός μελετητής και Οξφορδιανός ημερολογιογράφος John Evelyn (1620 – 1706), μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας, έγινε αυτόπτης μάρτυρας κάποια φορά που ο Κανώπιος έπινε καφέ. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που καταγράφτηκε στην Αγγλία πόση καφέ.
Μετά το πρώτο καφενείο που δημιουργεί ο Πασκουά, τέτοια μαγαζιά αρχίζουν να ξεπετάγονται παντού στο Λονδίνο, με την ονομασία Grecian. Η απήχησή τους στους Βρεττανούς ήταν μεγάλη, πράγμα που έκανε τον βασιλιά να δυσαρεστηθεί και να θεωρεί τον καφέ και τα μέρη που τον πωλούν κατακριτέα. Στις αρχές του 17ου αιώνα, θα βάλει υψηλή φορολογία στα εν λόγω καταστήματα, αλλά η φήμη και η διάδοσή τους έχει χαράξει πορεία που δεν ανακαλείται…
Ακολουθεί στο πρωτότυπο σύντομο απόσπασμα από το «Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ» του T. S. Eliot, σε απόδοση Χάρη Γαρουνιάτη.
Όπου ανοίγουν καφενεία στην Ευρώπη, η απήχησή τους προκαλεί έκπληξη και θετικές αντιδράσεις. Στο Παρίσι, τα καφενεία είναι οι χώροι που ζυμώνεται η Γαλλική Επανάσταση. Εστίες πολιτικών και κοινωνικών σχολιασμών ακι συζητήσεων. Ο Τούρκος πρέσβης στο Παρίσι, μετά από κάθε γεύμα, προσφέρει καφέ στους καλεσμένους του. Τα καφενεία αποκτούν αίγλη και κοινωνικοπολιτική υπόσταση.
Το 1686 δημιουργείται το διάσημο μέχρι και σήμερα, «Café Procope», το πρώτο καφενείο στη Γαλλία, στο Παρίσι. Το Καφέ Λε Προκόπ ήταν από την ίδρυσή του τόπος συνάντησης ανθρώπων της διανόησης, της πολιτικής και των γραμμάτων. Ο ιδιοκτήτης του είναι ιταλικής καταγωγής, η συνήθεια του καφέ, όμως, έχει ανθίσει παντού και αποτελεί μια απόλαυση και αφορμή για συνάθροιση και αυτό από μόνο του δίνει άλλη αίγλη στα μαγαζιά που τον προσφέρουν.
Το Café Procope είναι ένα καφενείο θεατρικό, κατά κάποιον τρόπο, στην αρχική του μορφή. Οι πρώτοι του θαμώνες ήταν οι ηθοποιοί του Κομεντί Φρανσαίζ, ενώ, αργότερα, θα γίνει στέκι των Ρουσσώ, Βολταίρου, Ντιτερό, του Μολιέρου και του Ρακίνα, αργότερα και του Μπαλζάκ. Ο Βολταίρος, λέγεται, έπινε 40 κούπες από ένα μίγμα καφέ και σοκολάτας κάθε μέρα, ενώ έναν αιώνα αργότερα ο Μπαλζάκ έπινε εκεί τον καφέ του με την πίντα.
Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, το Καφέ Λε Προκόπ ήταν τόπος συγκέντρωσης των πρωταγωνιστών της επανάστασης Ροβεσπιέρου, Δαντόν και Μαρά. Ο νεαρός Ναπολέων άφηνε το καπέλο του ως ενέχυρο, όταν δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τον καφέ του.

Καφέ αμάν εναντίον καφέ σαντάν, μια εξέλιξη ταξική και πολιτισμική
Η εξέλιξη και η εδραίωση των καφενείων και στην Ευρώπη δημιουργεί μια σχέση «συγκινωνούντων δοχείων» Ανατολής-Δύσης. Εξευγενισμένες μορφές καφενείων δημιουργούνται με το πέρασμα του χρόνου, ενώ τα νέα πλέον στέκια επηρεάζουν και τον τόπο που πρωτοεμφανίζονται. Τα ντουκιάνια γίνονται καφέ αμάν.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, γύρω στο 1843, ένας Γάλλος, με το όνομα Γκυγιώμ, ανοίγει στη Σμύρνη το πρώτο καφέ, με διαφορετική λογική από τη μέχρι τότε διαδεδομένη, φέρνοντας αρχικά ξένους καλλιτέχνες, στα πρότυπα των «καφέ κονσέρτ» του Παρισίου. Χαρακτηριστικό τους η έντονη μουσική ατμόσφαιρα. Η δεξιοτεχνία των μουσικών, με παιχνιδίσματα στους ήχους και τις μελωδίες που αναπαράγουν, χωρίς παρτιτούρα, αλλά και η πολυπολιτισμικότητα, που ωθούν στη διαμόρφωση και διάδοση της αστικολαϊκής μουσικής της Σμύρνης.
Τα καφέ αυτά γίνονται χώροι ζύμωσης της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής με αυτή των θαμώνων και άλλων εθνοτήτων της Σμύρνης, ήτοι σημαίνει, Τούρκους, Φράγκους, Εβραίους, Αρμένιους, Ρουμάνους και Λεβαντίνους βεβαίως. Κάπου εκεί, συμβαίνει μια διαφοροποίηση, που αφορά στο είδος της μουσικής που παίζεται στα καφέ που αρχίζουν να δημιουργούνται.
Καφέ αμάν θα είναι πλέον οι χώροι που ακούγονται αμανέδες και ανατολικής ρίζας μουσική. Τα σαντούρια, το κανονάκι, τα λαούτα, ούτια και μπαγλαμάδες, οι νταγερέδες (ντέφια) δημιουργούν μια ιστορική μυσταγωγία, ανακατεύοντας τον καημό και τον σεβντά με τις βυζαντινές μουσικές ρίζες και τον ανατολίτικο-αραβικό ήχο. Η Σμύρνη, όμως, αποτελεί ένα κέντρο εμπορίου, έναν τόπο ανταλλαγής πολιτισμού και λαογραφίας. Τα μαγαζιά με καφέ και ποτό μπερδεύονται και δημιουργούν μια νέα πολιτιστική κοιτίδα.
Ο Παναγιώτης Κουναδης, μελετητής και ερευνητής της μουσικής και των ελληνικών τραγουδιών, αναφέρει πως στα μαγαζιά της παραλίας της Σμύρνης και στην Πόλη το πρόγραμμα αρχίζει καθημερινά στις 6 ή 7 το απόγευμα, ξεκινώντας με εμβατήρια από μπάντες για να τραβήξουν το μουσικό αισθητήριο του κόσμου και να μαζευτούν πελάτες, ακολουθούν δυτικίζουσες μελωδίες και συνεχίζουν με διάφορες, κατά περίπτωση, ορχήστρες με τραγουδιστές και τα γλέντια κι οι χοροί κρατούν μέχρι το πρωί.
Όταν το 1910 πρωτοβγήκε στο πάλκο η Αγγέλα Παπάζογλου, στη Σμύρνη, θα ήταν περισσότερα από 15 μαγαζιά που έπαιζαν σμυρνέικα τραγούδια σε διάφορους ρυθμούς, παράλληλα υπήρχαν και εκείνα που έπαιζαν ελαφρά τραγούδια και ο καφές έρρεε άφθονος, μαζί με τον ναργιλέ και τα πρώτα τσιγάρα!
Το 1870, στην Αθήνα των 60.000 κατοίκων εμφανίζονται μαγαζιά με αλλιώτικο ήχο, ανατολίτικο, τα «καφέ αμάν», που λειτουργούν σε αντιπαράθεση με τα «καφέ σαντάν». Γρήγορα γίνονται διάσημοι χώροι διασκέδασης με πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο, στο οποίο πλειοψηφούν γιαννιώτικα, μωραΐτικα, κλέφτικα, σμυρναίικα, και αμανέδες.
Προπολεμικά. η Αθήνα βρίθει από καφέ σαντάν και καφέ αμάν. Τα καφέ αμάν ή καφέ σαντούρ, κατά το ιδιώνυμο της Σμύρνης, πληθαίνουν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο αμανές ή μανές έχει συγκεκριμένο σκοπό. Υμνεί τον πόνο και τον νόστο, αλλά η παρατεταμένη του διάρκεια λειτουργεί επικουρικά. Ο αμανετζής κερδίζει χρόνο για να αυτοσχεδιάσει τους στίχους.
Τα καφέ σαντάν από την άλλη, παίζουν ευρωπαϊκούς ρυθμούς, οι σαντέζες είναι «από τας Ευρώπας» και οι πελάτες τους είναι της υψηλής κοινωνίας. Ενίοτε, αρκετοί θίασοι από το εξωτερικό παρουσίαζαν τα προγράμματά τους. Με την εμφάνιση των μουσικών λαϊκών κέντρων, των θεάτρων και τη διεύρυνση ποικιλοτρόπως της διασκέδασης, και τα δυο είδη αρχίζουν να εξαφανίζονται, μέχρι την τελική παρακμή και παρουσία στην αθηναϊκή ζωή και στην ελληνική επαρχία.
Το 1925 ανοίγει το πρώτο «καφέ αμάν» στη Νέα Υόρκη, στη 34η οδό ανάμεσα στην 7η και 8η λεωφόρο και λεγόταν της Μαρίκας. Ιδιοκτήτρια του η δεξιοτέχνης τραγουδίστρια Μαρίκα Παπαγκίκα από την Κω. Στην Αμερική, μέσω των «καφέ -αμάν», έγινε γνωστή η παραδοσιακή ελληνική και ανατολίτικη μουσική και η παραμονή Ελλήνων μουσικών εκεί ώθησε στη δημιουργία των περίφημων greek-english τραγουδιών.
Μ. Καραγάτσης Σμύρνη, το Όνειρο του Καφενέ, Περιπλάνηση στον Κόσμο
Ο Μ. Καραγάτσης, στα ταξιδιωτικά του διηγήματα, που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, κάνει μια υπέροχη περιγραφή για τον καφενέ της Σμύρνης, μέσα στη γενικότερη ταξιδιωτική του εμπειρία από το ταξίδι του στην Ανατολή.
Στο πρωτότυπο ακολουθεί απόσπασμα από το «Από Ανατολή σε Δύση» – Ταξιδιωτικά κείμενα, εκδ. Καστανιώτης, 1991.
«Στο καφενείο της προκυμαίας της Σμύρνης, ο χρόνος σταματά. Ο καφές δεν είναι ένα ρόφημα που το πίνεις βιαστικά για να φύγεις· είναι μια ολόκληρη ιεροτελεστία, μια δικαιολογία για να καθίσεις με τις ώρες κοιτάζοντας τη θάλασσα. Οι άνθρωποι εδώ δεν μετρούν τα λεπτά. Ρουφούν τον καφέ τους αργά, αφήνοντας την ώρα να κυλά μέσα από τον καπνό του ναργιλέ, σε ένα ατέλειωτο ραχάτι που η Δύση, με τη βιασύνη και τους ρυθμούς της, δεν θα καταφέρει ποτέ να καταλάβει.»
Το Καφενείον η Ελλάς

Τα καφενεία είναι ένα ταξίδι γνώσης και γεωγραφίας. Κοινωνικών και πολιτικών, ιστορικών και ανθρωπολογικών συζητήσεων. Έτσι η αναζήτηση φτάνει στην Ελλάδα, όπου η ιστορία των καφενείων και η πρώτη τους εμφάνιση ασκεί πάντα γοητεία και μνήμες αλληλένδετες με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας.
Το πρώτο καφενείο μαρτυρείται την περίοδο που διεξάγεται η Δ’ Εθνοσυνέλευση στο Άργος (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) ο υπαίθριος χώρος των Θερμών είχε χρησιμοποιηθεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των πολλών συνέδρων αλλά και ακροατών της Δ’ Εθνοσυνέλευσης.
Στη συνέχεια, μετά τη Δ’ Εθνοσυνέλευση, ένας χώρος των Θερμών, προφανώς εντός του μεγάλου σωζόμενου ναϊκού ρωμαϊκού κτιρίου του Σάραπη, προφανώς συνέχισε να λειτουργεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών των σημαντικότερων μνημείων του Άργους, των Θερμών και του αρχαίου θεάτρου. Το πρώτο οργανωμένο καφενείο που καταγράφεται ιστορικά με αυτό το όνομα είναι στο Ναύπλιο.
Βέβαια, ήδη από το 1668, ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή κατέγραψε το 1668 στη Θεσσαλονίκη, 348 καφενεία και άλλα παρόμοια μαγαζιά, όλα στην περιοχή του Βαρδάρη. Η Θεσσαλονίκη τότε τελούσε υπό τουρκική κατοχή, συνεπώς δεν καταγράφεται ως ελληνικό το στοιχείο αυτό.
Το 1834, ένας Βαυαρός, επί της Ιεράς Οδού, δημιουργεί το «Πράσινο Δενδρί», το πρώτο αθηναϊκό καφενείο. Οι απόψεις για άλλη μια φορά διίστανται. Κάποιοι θεωρούν πως καφενεία στην Αθήνα υπήρχαν ήδη πριν το 1821. Το βέβαιο είναι ένα. Η ημερομηνία 1839. Στις οδούς Μητροπόλεως 59 και Πανδρόσου 36 άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του το καφενείο «Ωραία Ελλάς» και ήταν το στέκι πολιτικών, αγωνιστών, λογοτεχνών, περιηγητών και δημοσιογράφων.
Ο Θ. Α. Βελλιανίτης αναφέρει σε κείμενό του, στο «Ετήσιον Ημερολόγιον Κωνσταντίνου Σκόκου», το 1839, ότι τα καφενεία ήταν μέρη όπου άνθιζε ο πολιτικός λόγος και ουσιαστικά ήταν χώροι διαμόρφωσης και ζύμωσης της κοινής γνώμης. Σταδιακά, όμως, τα καφενεία αυτά, υπό το βάρος της φθοράς του χρόνου και με την αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, οδηγήθηκαν σε παρακμή και έπαυσαν τη λειτουργία τους.
Τα νέα καφενεία που τα αντικατέστησαν ήταν πολυτελέστερα αλλά τους έλειπε ο παλμός και η ψυχή που χαρακτήριζαν τα πρώτα. Ουσιαστικά η αλλαγή αυτή σηματοδοτούσε την απαρχή μιας νέας εποχής για την Αθήνα αλλά και για την Ελλάδα γενικότερα.
Στο άρθρο της Ελευθεροτυπίας, στις 18 Ιουνίου 2011, γίνεται μια εκτενής και λεπτομερής αναφορά στα φιλολογικά και καλλιτεχνικά καφενεία της πρωτεύουσας, τόποι που γράφτηκε η πολιτιστική ιστορία της Ελλάδας.
Το καφενείο του Ζαχαράτου πρωταγωνίστησε στην πολιτική, αλλά και στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας. Στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και πολιτικοί έπιναν τον καφέ τους δίπλα στα τραπέζια των συγγραφέων και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο πως στου Ζαχαράτου έσπευσε να πιει τον καφέ του και ο Καβάφης κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσκεψής του, το 1901, στην Αθήνα.
Το 1917 θα ανοίξει στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Ασκληπιού ο «Μαύρος γάτος», ένα ημιυπόγειο δίπλα στο σπίτι του Παλαμά. Ο «Μαύρος γάτος» ήταν το αγαπημένο καφενείο των αθηναίων μποέμ.
Εκεί πήγαιναν, όμως, και εκδότες για να συμφωνήσουν και να σχεδιάσουν τα επόμενα βιβλία τους, παρουσιάζονταν μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές ενώ γίνονταν και έντονες πολιτικές συζητήσεις στις οποίες πρωτοστατούσε ένα καινοφανές πολιτικό είδος: οι σοσιαλιστές, Στις καλλιτεχνικές, πάλι, και τις φιλολογικές συζητήσεις συμμετείχαν ο Κλέων Παράσχος, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Δημοσθένης Βουτυράς, ο Τέλλος ‘Αγρας, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Κώστας Βάρναλης, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Κώστας Παρορίτης και, φυσικά, ως προνομιακός γείτονας και συνδαιτυμόνας, ο Κωστής Παλαμάς.
Παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα λειτουργήσει επί της Σταδίου το «Πατάρι» του Λουμίδη. Το «Πατάρι» αποτελούσε συμπλήρωμα του καφεκοπτείου των αδελφών Λουμίδη το οποίο βρισκόταν στο ισόγειο. Εδώ θα γεννηθεί ο ελληνικός μοντερνισμός με ποιητές όπως ο Γκάτσος, ο Ελύτης και ο Εμπειρίκος, αλλά και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Τάκης Σινόπουλος, η Ελένη Βακαλό και ο Μιχάλης Κατσαρός.
Εδώ θα βρεθούν ακόμα ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, καθώς και εικαστικοί όπως ο Γιάννης Μόραλης και ο Γιάννης Τσαρούχης. Στο «Πατάρι» ο χώρος ήταν αυστηρά οριοθετημένος. Στο βάθος της αίθουσας κάθονταν καλλιτέχνες και συγγραφείς ενώ στα μπροστινά τραπέζια μαζεύονταν δημοσιογράφοι, επιθεωρησιογράφοι και ηθοποιοί.
Από τη δεκαετία του 30′ έως και του 60′, στα καφενεία γίνονταν και όλες οι κινηματογραφικές προβολές στην επαρχία, αλλά και οι θεατρικές παραστάσεις από θιάσους και μπουλούκια. Οι ομιλίες των πολιτευτών γίνονταν στα καφενεία, καθώς και τα τηλεφωνήματα για πάσα αιτία και λόγο. Ήταν τα ταχυδρομεία, μικρά μπακάλικα, είχαν συγκεκριμένες θέσεις για τον κάθε θαμώνα. Το καλοκαίρι βγάζουν τα τραπεζάκια έξω.
Κάτω από πλατάνια, σκιερές πλατείες, στον κεντρικό δρόμο που περνάει όλος ο κόσμος και οι περιπατητές και κάθε είδους διερχόμενοι γίνονται θέαμα και αιτία σχολιασμού της ηθικής και της νομιμοφροσύνης. Ένα απάγκιο για όσους τελειώνουν τη δουλειά τους ή την ξεκινάνε. Οι μεγάλες και μικρές τους τζαμαρίες, θαμπωμένες από την κάπνα και τα χνώτα δίνουν μια θολή ορατότητα σε όνειρα και θάλασσες φουρτουνιασμένες.
Γυαλί-καφενέδες, που μέχρι σήμερα μένουν ίδιοι και κρατούν ιστορίες από τα πιο παλιά πρόσωπα που πέρασαν τα χρόνια τους στα τραπέζια και στα χοντρά φλιτζάνια τους.
Λίγο κονιάκ χύμα, ένα πιάτο με μεζέ και αραδιασμένες οδοντογλυφίδες, αλουμινένια τασάκια με αποτσίγαρα ΣΑΝΤΕ, ΆΣΣΟΣ, άφιλτρα και στριφτά, καπνοί λυγμοί, κεράσματα και συγχαρίκια, θυμοί και φιλία, προίκες και προξενιά, ζωή· όλη η ζωή αυτού του κόσμου μέσα σε γαριασμένους τοίχους, σε μπρίκια με καϊμακλίδικους καφέδες, σε ρακές και ξινισμένα κρασιά. Λίγη ντομάτα, κάνα δυο ελιές, λακέρδα, σαρδέλα και μπουκιές ψωμί, όλος ο επιούσιος σε έναν καφενέ.
Λογοτεχνία
Στο πρωτότυπο ακολουθούν διαδοχικά λογοτεχνικά αποσπάσματα από έργα των Γιώργου Κωτανίδη, Αναστάσιου Παπαγγέλη, Κώστα Ταχτσή, Νίκου Καζαντζάκη, Μίλτου Σαχτούρη και Δημήτρη Κοσμόπουλου, καθώς και το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου για τον Καρυωτάκη. Για λόγους πιστής αρχειακής σήμανσης καταγράφονται εδώ οι τίτλοι/πηγές τους:
«Οι Σαλτιμπάγκοι», Γιώργος Κωτανίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη.
«Γυαλί καφενέ», Αναστάσιος Παπαγγέλης.
«Η Συμφωνία του Μπραζιλιαν», Κώστας Ταχτσής (απόσπασμα).
«Καπετάν Μιχάλης», Νίκος Καζαντζάκης.
«Το καφενείο», Μίλτος Σαχτούρης.
«Σταμάτης, πίνοντας κονιάκ στο κρύο του ύπνου καφενείο», Δημήτρης Κοσμόπουλος, από «του νεκρού αδελφού», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2003, σελ. 75.
«Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες», Ανδρέας Εμπειρίκος, για τον Καρυωτάκη.
Κάπου εδώ, τελειώνει η ιστορία των καφενείων. Θα μπορούσαν να γραφτούν περισσότερα, αλλά δεν είναι βιβλίο. Είναι μια μικρή έρευνα, ένα αφιέρωμα στα στέκια που γεννήθηκαν από την ανάγκη, την κοινωνική, πολιτιστική, ενίοτε και ιδεολογική εξέλιξη της ανθρώπινης φύσης. Στη ζωή τελικά όλα είναι Τέχνη. Ακόμα και το τι θα ψιθυρίσει ο καφετζής πάνω από το μπρίκι του καφέ που θα σερβίρει. Τι μαράζι, σεκλέτι ή χαρά θα έχει ο καφές ο γλυκόπιοτος, ο μερακλίδικος ή ο «καραβίσιος».
Χαρμάνι ο καφές, χαρμάνι και οι ζωές όσων τον απόλαυσαν στα καφενεία που πέρασαν οι ώρες αυτού του κόσμου…