
Ο αστερισμός των Πλειάδων στη λαϊκή παράδοση έχει την ονομασία Πούλια. Στις 14 Νοεμβρίου πραγματοποιείται η δύση της Πούλιας. Όταν οι άνθρωποι στην επαρχία έβλεπαν τις Πλειάδες, την Πούλια, να δύει λίγο πριν την ανατολή του ήλιου τότε ο καιρός άλλαζε, ερχόταν ο χειμώνας. Η σοφία και η γνώση των ανθρώπων άλλων εποχών είχαν άμεση σχέση με τα ουράνια σώματα και καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίο θα δούλευαν τη γη, καθώς με αυτόν τον τρόπο καθοριζόταν η ζωή τους. Η Πούλια στη λαϊκή ελληνική παράδοση έχει τη μορφή μια όμορφης κοπέλας και η ιστορία της έχει γίνει λαϊκός μύθος που αλλάζει μορφές από τόπο σε τόπο, αλλά πάντα αποτελεί ένα υπέροχο παραμύθι, ιδανικό για τις κρύες μέρες και νύχτες του χειμώνα που έρχεται…
Η Πούλια και ο Αυγερινός
Κάποτε, ζούσαν ένας βασιλιάς και μία βασίλισσα, ευτυχισμένοι πολύ αφού είχαν κάνει δύο παιδιά. Την Πούλια και τον Αυγερινό. Η βασίλισσα όμως πέθανε και ο βασιλιάς παντρεύτηκε μια μοχθηρή και κακιά γυναίκα που έγινε μητριά των παιδιών του. Όταν η κακιά βασίλισσα κατάλαβε πως δεν μπορεί να κάνει παιδί, έβγαλε όλο το μίσος και το κακό που είχε μέσα της στα δύο αδέλφια.
Η κακιά βασίλισσα, λοιπόν, που έβλεπε πως η Πούλια όσο μεγάλωνε γινόταν πεντάμορφη φοβήθηκε για τη θέση της. Έβαλε, έτσι, λόγια στον βασιλιά πως έπρεπε να την παντρέψει και να διώξει και τον Αυγερινό, γιατί όσο μεγάλωνε ήταν βέβαιο πως θα του έπαιρνε τον θρόνο. Ο βασιλιάς πείστηκε και πήρε την απόφαση να διώξει τα παιδιά του από κοντά του.
Την ώρα που συζητούσαν τον τρόπο που θα έβαζαν μπρος το σχέδιο τους, τους άκουσε η παραμάνα που μεγάλωνε από μωρά τα δύο αδέλφια. Τρέχει στον Αυγερινό και του λέει πως ο βασιλιάς έχει σκοπό να παντρέψει την Πούλια με έναν άσχημο και γέρο βασιλιά από την Ανατολή.
«Σκοπεύουν να παντρέψουν την Πούλια μ’ ένα κακό γέρο Βασιλιά, που σκοτώνει τις γυναίκες του. Εσένα θέλουν να σε εξαφανίσουν. Άκουσε με λοιπόν. Όταν η μητριά σας θα χτενίζει την αδερφή σου, άρπαξε τις κορδέλες, που δένει τα μαλλιά της. Πάρε και τη χτένα και να φύγετε αμέσως. Αν σας κυνηγήσει, να πετάξεις πίσω σου τις κορδέλες. Αν σας φτάσει αργότερα, να πετάξεις τη χτένα. Κι αν εξακολουθήσει να σας κυνηγάει να πετάξετε πίσω σας μια χούφτα αλάτι, που σας έχω βάλει μέσα σ’ αυτό το σακουλάκι.»
Ο Αυγερινός φώναξε την αδερφή του και της είπε αυτά που άκουσε η παραμάνα τους. Όταν η Πούλια έμαθε τα μελλούμενα έβαλε τα κλάματα, αφού φοβήθηκε για την ίδια αλλά και που θα έχανε τον αγαπημένο της αδελφό.
Να την η βασίλισσα με τη χτένα στα χέρια να φωνάζει στην Πούλια να πάει να τη χτενίσει. Η Πούλια πήγε κοντά της και μόλις άρχισε να βγάζει τις κορδέλες και τη χτένα η κακιά μητριά, ο Αυγερινός αρπάζει τις κορδέλες, προσποιούμενος πως ήθελε να παίξει με την αδελφή του. Το βάζουν στα πόδια και έτρεξαν μακριά από την κακιά βασίλισσα.
Μόλις η βασίλισσα κατάλαβε τι έγινε άρχισε να τρέχει στο κατόπι τους. Λίγο πριν τους φτάσει, ρίχνει ο Αυγερινός τη χτένα, όπως του είπε η βάγια του. Τότε έγινε ένα μεγάλο δάσος!
Για αρκετή ώρα τα παιδιά δεν την έβλεπαν. Δεν πρόλαβαν όμως να χαρούν, όταν ξαφνικά γύρισαν πίσω τους. Την είδαν να τρέχει τρελή από το μίσος, έτοιμη να τα πιάσει και να τα σκοτώσει.
Τότε ο Αυγερινός ρίχνει το αλάτι και γίνεται μια θάλασσα απέραντη. Αφού γλίτωσαν από την κακιά μητριά, έκατσαν να ξαποστάσουν. Ήταν όμως νηστικά, και διψασμένα. Ο Αυγερινός τότε είδε μια βρύση με τρεχούμενο νερό και δίπλα ένα πάτημα βοδιού.
«Διψάω, αδερφούλα μου, θα πάω να πιω νερό», είπε ο Αυγερινός.
«Όχι! μην πιεις, θα γίνεις βόδι!»
Πιο κάτω βρίσκουν μια γούρνα με πάτημα αρνιού.
«Διψάω, αδερφούλα μου, δεν αντέχω άλλο. Θα πεθάνω απ ’τη δίψα!»
«Όχι! όχι! Θα γίνεις αρνί!»
Αποκαμωμένος και διψασμένος ο Αυγερινός δεν άκουσε, σκύβει και πίνει το νερό της γούρνας. Τότε, ευθύς αμέσως, έγινε ένα μικρό αρνάκι. Όσο κι αν έκλαιγε η Πούλια δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Πήρε στην αγκαλιά της το αρνάκι και έκλαιγε απαρηγόρητα. Κάποια στιγμή, βρήκε μια μηλιά, άφησε τον αδελφό της κάτω και ανέβηκε στο δέντρο για να κόψει μήλα και να φάνε. Τότε, βλέπει από μακριά τρεις καβαλάρηδες.
Ο ένας έμοιαζε για βασιλόπουλο κι οι άλλοι δυο για αυλικοί του. Σταμάτησαν στη γούρνα κι άρχισαν να ποτίζουν τα άλογα τους. Καθώς το βασιλόπουλο πότιζε το άλογο του, βλέπει να καθρεφτίζεται μέσα στα νερά μια όμορφη κοπέλα. Αμέσως την ερωτεύτηκε. Της φωνάζει να κατεβεί από τη μηλιά μα εκείνη φοβάται και δεν κατεβαίνει. Τότε το βασιλόπουλο διατάζει τους αυλικούς του να αρπάξουν το αρνάκι. Μόλις βλέπει η Πούλια πως της παίρνουν τον αδελφό της, κατεβαίνει από το δέντρο και δέχεται να πάει μαζί με το βασιλόπουλο.
Στο δρόμο η Πούλια διηγήθηκε κλαίγοντας στο βασιλόπουλο τι βάσανα και ταλαιπωρίες πέρασε. Όταν έφτασαν στο παλάτι το βασιλόπουλο είπε στους γονείς του ότι βρήκε τη γυναίκα που ήθελε να παντρευτεί. Ο γάμος έγινε στο παλάτι με μεγάλη λαμπρότητα. Δυστυχώς όμως η Βασίλισσα μητέρα ζήλευε τη νύφη της Πούλια και μισούσε το αρνάκι.
Μια μέρα ο γέρο Βασιλιάς με το βασιλόπουλο έλειπαν σ’ ένα μακρινό ταξίδι. Καθώς η Πούλια ήταν με το αρνάκι της στον κήπο, πάει κρυφά πίσω απ’ τις φυλλωσιές η Βασίλισσα και τη ρίχνει στο πηγάδι. Μετά από μια βδομάδα επιστρέφει ο Βασιλιάς με το βασιλόπουλο, Ενώ ρωτούσε να μάθει που είναι η γυναίκα του, εκείνη αρνιόταν να του πει. Ακούει τότε το αρνάκι να βελάζει και να λέει πως η αδελφή του είναι μέσα στο πηγάδι. Το βασιλόπουλο σώζει την Πούλια αλλά η βασίλισσα, θυμωμένη όπως ήταν παίρνει το αρνάκι για να το σφάξει. να όμωε που με την πρώτη σταγόνα που έπεσε το αρνάκι μεταμορφώνεται στον όμορφο Αυγεερινό.
Κι εκείνη τη στιγμή, δέκα λευκά περιστέρια πέταξαν στον ουρανό και πήραν μαζί τους τα δύο βασανισμένα αδέλφια. Εκείνη την ώρα σκοτείνιασε. Η νύχτα έριξε τα μαύρα της πέπλα στη γη και τ ’αστέρια φώτισαν τον ουρανό. Τα δυο αδέρφια έγιναν αστέρια τ ’ουρανού. Από τότε λάμπουν από κει ψηλά. Είναι τα δυο αδέρφια του παραμυθιού μας, η Πούλια κι ο Αυγερινός.
Κι άλλοι μύθοι και παραδόσεις για την Πούλια
Στη λαϊκή φαντασία, ο αστερισμός της Πούλιας (όπου με γυμνό μάτι διακρίνονται συνήθως 6-7 λαμπρά αστέρια) παρομοιαζόταν με μια κλώσα με τα κλωσόπουλά της. Σύμφωνα με τις παραδόσεις που κατέγραψε ο Νικόλαος Πολίτης, όταν η κλώσα αυτή «βασιλεύει» και πέφτει προς τη γη, προκαλείται «κρότος και ταραχή» στον ουρανό, ένας τρόπος με τον οποίο ο λαός εξηγούσε τις έντονες φθινοπωρινές καταιγίδες, τις αστραπές και τις βροντές του Νοεμβρίου.
Στην ελληνική μυθολογία, οι Πλειάδες ήταν επτά αδελφές, κόρες του Τιτάνα Άτλαντα (που κρατούσε τον ουρανό στους ώμους του) και της Ωκεανίδας Πλειώνης. Γεννήθηκαν στο όρος Κυλλήνη της Αρκαδίας και θεωρούνταν νύμφες των βουνών και σύντροφοι της θεάς Άρτεμης.
Ο μυθικός κυνηγός Ωρίωνας ερωτεύτηκε τις Πλειάδες και άρχισε να τις καταδιώκει επίμονα για πέντε χρόνια στα δάση της Βοιωτίας. Εκείνες, απελπισμένες, ζήτησαν τη βοήθεια των θεών. Ο Δίας τις λυπήθηκε και τις μεταμόρφωσε πρώτα σε περιστέρια (πελειάδες) και στη συνέχεια σε αστέρια για να ξεφύγουν. Ωστόσο, ο Δίας μεταμόρφωσε αργότερα και τον Ωρίωνα σε αστερισμό, κι έτσι ο κυνηγός συνεχίζει να τις «καταδιώκει» στον ουρανό κάθε νύχτα.
Μια άλλη εκδοχή λέει ότι οι αδελφές ήταν τόσο απαρηγόρητες για τη σκληρή τιμωρία του πατέρα τους (που κουβαλούσε τον ουρανό) ή για τον θάνατο των αδελφών τους (των Υάδων), που ο Δίας τις ανέβασε στον ουρανό για να απαλύνει τον πόνο τους
Παροιμίες και παράδοση για την Πούλια
«Η Πούλια βασιλεύοντας το μήνυμά της στέλνει: ούτε τσοπάνος στα βουνά, ούτε ζευγάς στους κάμπους
«Όταν η Πούλια βασιλεύει, ο καλός ο ζευγολάτης αποσπέρνει»
«Ο Άη-Μηνάς (11 Νοεμβρίου) εμήνυσε, Πούλια μη ξημερώσει»
«Άσπρη Πούλια, μαύρα γένια»
«Όταν η Πούλια τρεμοφέγγει, ο θεριστής το δρεπάνι ακονίζει»
«Το Νοέμβρη η Πούλια βασιλεύει και ο μεροκαματιάς συμμαζεύει»
«Έπεσε η Πούλια, πέσε κι εσύ»




