
Στις 31 Οκτωβρίου 1959 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το Νομοθετικό Διάταγμα 4000 (Νόμος 4000). Η ιστορία του Νόμου 4000 ξεκινάει πολύ πριν θεσμοθετηθεί και θεωρείται μέχρι και σήμερα αμφιλεγόμενο, αλλά και χαρακτηριστικό νομοθέτημα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Συνδέθηκε δε με τους «τεντυμπόηδες» και το κούρεμα με την ψιλή και τη διαπόμπευση των παραβατών ως τιμωρία για τα παραπτώματά τους.
Η εικόνα των κουρεμένων νέων που συνοδεύονται από αστυνομικούς στους δρόμους της Αθήνας, με χειροπέδες και χάρτινες πινακίδες κρεμασμένες στον λαιμό είναι χαρακτηριστική και μέχρι σήμερα προκαλεί αποτροπιασμό και αγανάκτηση ως θέαμα.
Οι τεντιμπόδες
Σαν όρος προέρχεται από την Αγγλία. Teddy boys ονομάστηκε μια ομάδα νεαρών αγοριών της δεκαετίας του ΄50, με ιδιαίτερο ντύσιμο, μουσική, rock ‘n’ roll και μια νέα ταυτότητα που αμφισβητούσε τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής.
Η ιστορία τους είναι παράδοξη. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια προσπάθεια αναβίωσης του στιλ του Βασιλιά Εδουάρδου (χαηδευτικό Τέντι), οι ράφτες επινόησαν ρούχα που έμοιαζαν με αυτά της Εδουαρδιανής εποχής. Η ιδέα απέτυχε και όλα τα ρούχα αυτά βρέθηκαν να πωλούνται σε πολύ χαμηλές τιμές. Οι έφηβοι της εργατικής τάξης σύντομα υιοθέτησαν αυτά τα ρούχα, μιας και ήταν οικονομικά και μπορούσαν να τα αγοράσουν.

Όσοι, λοιπόν, εμφανίζονταν με αυτά τα ρούχα ονομάστηκαν Tedides. Σύντομα υα μπλεχτούν σε συμμορίες. Πολλοί από αυτούς ήταν γνωστοί για βίαιη συμπεριφορά, ένα παράδειγμα ήταν οι λεγόμενες «Ταραχές στον Κινηματογράφο», όπου φέρεται να έσκιζαν καθίσματα κινηματογράφου και να χόρευαν στους διαδρόμους rock n’ roll. Κατηγορήθηκαν επίσης για μια σειρά ρατσιστικών επιθέσεων το 1958. Συνολικά, ο Τύπος χρησιμοποίησε τους Teddies ως αποδιοπομπαίο τράγο που θα μπορούσε να κατηγορηθεί για τα κοινωνικά προβλήματα της Βρετανίας. H πλειονότητα όμως, απλώς εξέφραζε την κοινωνική και οικονομική της ανεξαρτησία ως νέα καταναλωτική δύναμη.
Στην Ελλάδα
Ενώ στη Βρετανία κάνουν τη εμφάνισή τους οι Teddie boys, στην Ελλάδα εμφανίζεται μια άλλη…νεανική συνήθεια, το γιαούρτωμα, το οποίο έγινε σύμβολο παραβατικότητας. Οι νεαροί «Τεντιμπόηδες» κατηγορούνται για προκλητική συμπεριφορά, εξυβρίσεις, φθορές, επιθέσεις εναντίον περαστικών αλλά και των δασκάλων και καθηγητών των σχολείων.
Η ιστορία που έδωσε διάσταση στο θέμα και προκάλεσε τον Νόμο 4000 λαμβάνει χώρα στην Κυψέλη, τον Αύγουστο του 1958. Δύο νέοι, βγαίνοντας από το σινεμά βλέπουν μια γυναίκα με τη μικρή της κόρη να εξέρχονται και εκείνες από την αίθουσα. Ο ένας εκ των δύο νεαρών χλευάζει τη γυναίκα, λέγοντας πως έχει μουστάκι. Η γυναίκα τον ακούει και του ρίχνει ένα δυνατό χαστούκι. Οι δύο νεαροί προσβάλλονται και παίρνουν από πίσω γυναίκα και παιδί. Όταν φτάνουν έξω από το σπίτι τους, εξαπολύουν επίθεση με γιαούρτια στη γυναίκα.
Την επομένη του επεισοδίου στην Κυψέλη ο υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για θέματα Ασφαλείας Ευάγγελος Καλαντζής σπεύδει να δηλώσει ότι «οι τέντυ-μπόϋς θα κουρεύονται προς παραδειγματισμόν». Καλεί μάλιστα τον σκληροτράχηλο αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Θεόδωρο Ρακιντζή και του ζητάει να κουρεύει “εν χρω”, δηλαδή με την ψιλή, τους παραβάτες. Την τιμωρία αυτή βέβαια δεν προέβλεπε κανείς νόμος, την εφηύρε όμως ο υφυπουργός!

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1958 οι Αθηναίοι βλέπουν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τους πρώτους τεντιμπόηδες που έχει συλλάβει η αστυνομία. Οδηγούνται υπό την επίβλεψη αστυνομικού στα δικαστήρια, με χειροπέδες, κουρεμένοι με την ψιλή και με κρεμασμένα χαρτόνια στο στήθος πως είναι τεντιμπόηδες. Στην πραγματικότητα διαπομπεύονται στους πολυσύχναστους δρόμους της Αθήνας και αποδοκιμάζονται από πλήθος θεατών που βλέπουν την παράδοξη πομπή.
Η πομπή ξεκίνησε από την οδό Κυψέλης και ο αστυνόμος έβαλε τους δύο δράστες στο τραμ, προκειμένου να τους πάει στα δικαστήρια. Δεν έφτασαν όμως ποτέ εκεί. Ένας εκ των δύο νεαρών ήταν γιος βιομηχάνου και το θέμα αποσοβήθηκε έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού.
«Είμεθα τέντυ μπόυς και πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός»
Οι επιθέσεις με γιαούρτια πήραν τρομακτική τροπή. Ήταν το εύκολο μέσο επίθεσης. Το γιαούρτι ήταν φθηνό, κάτι που το έκανε το καλύτερο όπλο των νεαρών/ Μάλιστα, γαλακτοπωλεία και κάποια καφενεία που προμήθευαν με ληγμένα γιαούρτια τους νέους, με αντάλλαγμα καλύτερες τιμές και… εχεμύθεια. Λέγεται ότι ο πατέρας γνωστού γαλακτο-βιομήχανου των ημερών μας διέπρεψε στην Κυψέλη πουλώντας ξινισμένα γιαούρτια στους αποκαλούμενους τεντιμπόηδες. Μεταξουργείο, Κυψέλη, Θησείο δημιουργούνται οι πρώτοι πυρήνες των τεντιμπόηδων.
Τον περιβόητο Νόμο 4000 εισηγήθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καλλίας με βάσιμο επιχείρημα για την εφαρμογή του τον «συνετισμόν και αποτροπήν μιμήσεως των αντικοινωνικών εκδηλώσεων», και ψηφίστηκε στη Βουλή τον Απρίλιο του 1959. Ένας νόμος ιδιαίτερα αυστηρός με «αισθητάς ποινάς» και χωρίς να επιτρέπεται η μετατροπή της ποινής σε χρηματικό πρόστιμο!
Στους δρόμους έβλεπε κανείς νέους με ξυρισμένα κεφάλια, κομμένα ρεβέρ των παντελονιών τους, χειροπέδες και χάρτινες ταμπέλες με τα αδικήματά τους κρεμασμένα από το στήθος τους. Η διαπόμπευση ήταν μια επιπλέον πρακτική των Αρχών, στο όνομα του «παραδειγματισμού».
Κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις μιας συμπεριφοράς
Ο Νόμος 4000 δείχνει μια κοινωνική συνθήκη που διαμορφώνεται στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Φαίνεται πως είναι αντίκτυπο μιας συλλογικής αντίδρασης που έρχεται σε αντίθεση με τη συντηρητική κοινωνία της εποχής. Η Ελλάδα του ’50 έχει τη μορφή μιας χώρας που προσπαθεί να συνέλθει από έναν πόλεμο και μια εμφύλια διαμάχη. Αρχίζει να έρχεται σε επαφή με τη Δύση και τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα εκεί. Η Ελλάδα θα έρθει αντιμέτωπη με τη νέα μουσική, τον νέο τρόπο ντυσίματος, συμπεριφοράς, διασκέδασης, ακόμα και τρόπο σκέψης. Όλα αυτά θα έρθουν σε πλήρη αντίθεση με το συντηρητικό πλαίσιο της ελληνικής κοινβνίας. Οι νέοι, βασικοί φορείς της δυτικής κουλτούρας θα εναντιωθούν σε ό, τι τους αναγκάζει να μείνουν πίσω. θα αναζητήσουν νέους τρόπους επικοινωνίας, νέες ιδέες και τρόπους να ξεφύγουν από το στενό ηθικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της ελληνικής πραγματικότητας. Αυτό θα πάρει μορφή οργής, βίας και παραβατικής σμπεριφοράς, με όλα τα επακόλουθα που θα καθορίσουν την εποχή.
Αν και ο Νόμος 4000 είχε σκοπό τον σωφρονισμό των παραβατικών νέων, στην πραγματικότητα μετατράπηκε σε ένα εξευτελιστικό μέσο διαπόμπευσης και εξευτελισμού. Στην Ελλάδα, κάθε νέος που παρέκκλινε από τα «πρέπει» της εποχής, βαφτιζόταν τεντιμπόης. ΄Ετσι, στην ίδια μοίρα έπεφταν οι νέοι που άκουγαν Ροκ, που χόρευαν, που διασκέδαζαν, που είχαν μακριά μαλλιά, μαζί με εκείνους που όντως είχαν παραβατική και βίαιη συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα, ο Νόμος 4000 καταδίκαζε και τιμωρούσε με σκληρό και βάναυσο τρόπο ένα νεολαιίστικο κίνημα που είχε τόση ανάγκη να εκφραστεί και να ακμάσει σε μια εποχή που απαιτούσε αλλαγή και ανανέωση.

Ο Νίκος Κούρκουλος θύμα του Νόμου 4000
Ένα από τα θύματα του άδικου νόμου ήταν και ο Νίκος Κούρκουλος. Ο διάσημος ηθοποιός κατηγορήθηκε ότι δεν σταμάτησε σε νόημα που του έκανε αστυνομικός! Αναγκάστηκε να περάσει από αυτόφωρο, στις 17 Μαρτίου 1965, ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας κατηγορούμενος με το νόμο 4000! Βέβαια, ο Ν. Κούρκουλος δεν πέταξε γιαούρτι, δεν έβρισε αστυνομικό, δεν είχε μακριά μαλλιά και δεν απείλησε καθηγητή.
Ο διάσημος ηθοποιός είχε πάει να πάρει την αρραβωνιαστικιά και τη μητέρα της από το σπίτι τους με το αυτοκίνητό του, όταν δύο αστυνομικοί τού έκαναν νόημα να σταματήσει. Οι ίδιοι είπαν πως η μητέρα της αρραβωνιαστικιάς του Κούρκουλου είχε κάνει κάποια αξιόποινη πράξη και έπρεπε να τη συλλάβουν. Σύμφωνα με τον ηθοποιό, είδε κάποιον να προσπαθεί να σταματήσει το αυτοκίνητο και εκείνος, νομίζοντας πως είναι θαυμαστής, συνέχισε να οδηγεί και τον αγνόησε. Μάρτυρες υπεράσπισης του Κούρκουλου ήταν η Δέσπω Διαμαντίδου και η Μελίνα Μερκούρη. Τελικά, ο Νίκος Κούρκουλος αθωώθηκε «λόγω αμφιβολιών», ενώ ο πρόεδρος του δικαστηρίου έκανε λόγο για παρεξήγηση που προκλήθηκε επειδή και οι δυο πλευρές την κρίσιμη στιγμή ήταν σε σύγχυση.
Νόμος 4000 στον κινηματογράφο.
Το 1963, ο Γιάννης Δαλιανίδης θα γυρίσει την ταινία «Νόμος 4000» και θα αναπαραστήσει με κάθε λεπτομέρεια τις συνθήκες της εποχής. Αφού παίρνει ως βασικό θέμα τον Νόμο 4000, θα εμπνευστεί και υα γυρίσει μια ταινία που θα κάνει μεγάλη αίσθηση στο κοινό.
Η πρωταγωνίστρια Ζωή Λάσκαρη (μετά την επιτυχία του Κατήφορου, η παρουσία της είναι δεδομένη κι εδώ) είναι ερωτευμένη με έναν μαθητή του αυστηρού γυμνασιάρχη πατέρα της. Μετά το γιαούρτωμά του και την αποβολή όλης της παρέας του μαθητή, καθώς και τη δημόσια διαπόμπευση ενός από αυτούς, όλα θα αλλάξουν. Όταν η κόρη του γυμνασιάρχη θα μείνει έγκυος, θα χρειαστεί τη βοήθεια της Βούλας για να κάνει έκτρωση (μια προχωρημένη πράξη για εκείνο τον καιρό στο ελληνικό σινεμά). Η Βούλα είναι μία ιερόδουλη που ζει στο υπόγειο της πολυκατοικίας του αυστηρού καθηγητή, ενώ εκείνος μαζεύει υπογραφές για να την διώξει. Ο ρόλος της Βούλας ερμηνεύεται από την Κατερίνα Χέλμη που δίνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της κινηματογραφικής της καριέρας και βάζει τα θεμέλια για την επόμενη ερμηνεία της στα θρυλικά Κόκκινα Φανάρια, ένα χρόνο μετά
Η ταινία είναι μια πιστή αναπαράσταση της εποχής και των κοινωνικών συνθηκών στην Ελλάδα, ενώ ο Ο Θάνος Παπαδόπουλος θα δώσει μια από τις ωραιότερες ερμηνείες του, σαν τον μαθητή που διαπομπεύεται στον δρόμο, αφού γιαούρτωσε τον καθηγητή του (Βασίλη Διαμαντόπουλο).





