
Για την ιστορία της Μαντάμ Μπάττερφλαϊ, του Τζιάκομο Πουτσίνι αφορμή είναι η εικοστή δεύτερη μέρα του Οκτωβρίου. Στις 22 Οκτωβρίου του 1940 εγκαινιάζεται η νέα όπερα της Αθήνας στο Θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας. Εναρκτήριο έργο, η όπερα «Μαντάμ Μπάτερφλαϊ». Στην πρώτη αυτή παράσταση παρευρέθηκε και ο γιος του Τζιάκομο Πουτσίνι, Αντόνιο Πουτσίνι, ο οποίος, λόγω της κήρυξης του πολέμου εγκλωβίστηκε στην Ελλάδα.
Ποια είναι η μαντάμ Μπάττερφλαϊ
Ο Πουτσίνι επέλεξε το θέμα της έκτης όπεράς του αφού παρακολούθησε μια παράσταση του μονόπρακτου δράματος Madame Butterfly του Ντέιβιντ Μπελάσκο στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 1900. Ο Μπελάσκο, με τη σειρά του, δανείστηκε το θέμα για το δράμα του από το διήγημα Madame Butterfly του Αμερικανού συγγραφέα Τζον Λούθερ Λονγκ , που εκδόθηκε το 1898. Η ιστορία του Λονγκ βασίζεται στις αναμνήσεις της αδερφής του Τζένι Κορέλ, η οποία είχε ταξιδέψει στην Ιαπωνία με τον σύζυγό της, έναν μεθοδιστή ιεραπόστολο, και επηρεάστηκε από το μυθιστόρημα Madame Chrysanthème του Πιερ Λοτί του 1887. Αν και ο Πουτσίνι ούτε καταλάβαινε αγγλικά ούτε πάτησε ποτέ το πόδι του στην Ιαπωνία, εμπνεύστηκε τόσο πολύ από το έργο του Μπελάσκο που ένιωσε την ανάγκη να το μετατρέψει σε όπερα.

Η Μαντάμ Μπάτερλφλαϊ είναι μια μικρή δεκαπεντάχρονη γκέισα, η Τσίο-Τσίο-Σαν. Ο υπολοχαγός του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, Πίνκερτον, σταθμεύει στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας. Εκεί πληρώνει έναν μεσίτη ώστε να του βρει μια γκέισα για να παντρευτεί προκειμένου να περάσει τον χρόνο του στην Ιαπωνία ευχάριστα. Η Μπάττερφλαϊ ερωτεύεται σφοδρά τον Πίνκερτον και ονειρεύεται μια ζωή ευτυχισμένη μαζί του. Όταν ο Αμερικανός πρόξενος λέει στον Πίνκερτον ότι είναι πεπεισμένος ότι η Μπάτερφλαϊ είναι βαθιά ερωτευμένη μαζί του και αυτό θα την καταστρέψει ο υπολοχαγός δεν πιστεύει πως η ιστορία αυτή θα έχει αυτή την πρόσβαση. Έτσι κι αλλιώς εκείνος ονειρεύεται να κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο στην Αμερική. Στα μάτια του, το κορίτσι είναι ένας πειρασμός, μια όμορφη περιπέτεια και τίποτα άλλο.
Η Μπάττερφλαϊ είναι μία ευγενής, με μόρφωση και καλούς τρόπους. Έγινε γκέισα επειδή ο πατέρας της αυτοκτόνησε κατόπιν αιτήματος του αυτοκράτορα και δεν είχε άλλον τρόπο να ζήσει. Στη σεμνή τελετή του «γάμου», ο ιερέας θα φωνάξει [ως η Μπάττερφλαϊ έγινε χριστιανή για να παντρευτεί τον άντρα που αγαπάει. Οι καλεσμένοι θα την κατηγορήσουν για την απρέπεια της και την απόφαση αυτή και θα φύγουν από την τελετή θυμωμένοι, αφού την αποκηρύξουν.
Ο Πίνκερτον θα απολαύσει ερωτικές στιγμές με την Μπάττερφλαϊ αλλά θα γυρίσει στην Αμερική. Η μικρή γκέισα θα τον περιμένει να γυρίσει για τρία χρόνια. Σε αυτόν τον καιρό, θα βρεθεί ένας πλούσιος πρίγκιπας, Γιαμαντόρι που θα τη ζητήσει σε γάμο, αφού στην πραγματικότητα ο γάμος της με τον Αμερικάνο δεν υφίσταται μετά από τρία χρόνια απουσίας. Η ίδια πιστεύει πως είναι Αμερικανίδα και θα αναγνωρίσει μόνο την αμερικανική νομοθεσία. Όταν ο Αμερικανός πρόξενος θα προσπαθήσει να της μιλήσει για το γράμμα που του έστειλε ο Πίκερτον εκείνη θα κάνει τα πάντα για να μη μάθει τι περιέχει. Όσο ο πρόξενος την πιέζει να δεχτεί την πρόταση του πρίγκιπα και να ξεχάσει τον Πίκερτον, η Μπάττερφλαϊ του εκμυστηρεύεται πως έχει ήδη έναν γιο μαζί του και θα συνεχίσει να τον περιμένει.
Η Μπάττερφλαϊ θα περιμένει τον Πίκερτον αλλά εκείνος θα στείλει μήνυμα, όταν μάθει για τον γιο του, πως είναι διατεθειμένος να πάρει το αγόρι μαζί με τη νόμιμη γυναίκα του και να το υιοθετήσουν. Όταν η Μπάττερφλαϊ μάθει την πρόταση, σε μια στιγμή απελπισίας θα αυτοκτονήσει.
Οι βαθύτερες ιδέες του έργου
Τοποθετημένη στις αρχές του 20ού αιώνα, η όπερα “Madam Butterfly” εξερευνά θέματα αγάπης, ερωτικής απογοήτευσης, προδοσίας και πολιτισμικών διαφορών. Το έργο εμφανίζει με τρόπο έντονο δύο αντίθετους πολιτισμούς που αντιπαραβάλλονται μέσα από μια ιστορία αγάπης. Αυτή του αρχέγονου ιαπωνικού τρόπου σκέψης και τη δυτική σκέψη, εκείνη που φαίνεται να τα θεωρεί όλα εύκολα, πως πωλούνται και αγοράζονται.
Η Μπάττερφλαϊ είναι μια γυναίκα μοιραία, απόλυτα παραδομένη σε εκείνο που η ανατολίτικη νοοτροπία της θεωρεί απόλυτη αγάπη. Θεωρεί το συναίσθημά της ιερό, γι΄ αυτό και απαρνιέται τη θρησκεία της και βαφτίζεται χριστιανή για να δείξει τη βαθιά της προσήλωση στον άντρα που αγαπάει.

Φαίνεται να ζει σε μια συνθήκη άρνησης, πιστεύοντας βαθιά σε αυτό που εκείνη έχει δημιουργήσει μέσα στο μυαλό της. Παρά τις προσπάθειες εκείνων που την νοιάζονται να δει την πραγματικότητα εκείνη την αντιπαρέρχεται με ακατάσχετη φλυαρία ή με θέματα που δεν έχουν να κάνουν με αυτό που έρχεται. Έτσι, δεν είναι ένα θύμα παθητικό αλλά ένας άνθρωπος που ζει σε μια εμμονική αυταπάτη.
Είναι επίσης μια εξαιρετική αφορμή για να διερευνήσει κάποιος τη μεταβολή ή τη μεταμόρφωση του χαρακτήρα ενός ήρωα η ΜπάττερφλαΪ. Μια κοπέλα της Ανατολής, γαλουχημένη με σταθερές και κοινωνικούς ορισμούς για το φύλο και τη θέση της, φαίνεται να υπηρετεί πιστά τον ρόλο που της έχει δοθεί στα πλαίσια των ηθών και της ιαπωνική; κουλτούρας. Η αγάπη αρχίζει να αλλάζει τον τρόπο συμπεριφορά της, πηγαίνει κόντρα με τη θρησκευτική αλλά και πολιτισμική ταγή των καιρών της, αντιστέκεται στις προσπάθειες που γίνονται ώστε να μη συνεχίζει να χάνει το πρόσωπο με το οποίο έχει γεννηθεί.
Ο τρόπος που πεθαίνει ο πατέρας της είναι ένας οιωνός, μια προοικονομία για το τέλος της Μπάττερφλαϊ. Το ξίφος με το οποίο αυτοκτόνησε ο πατέρας της γράφει τη φράση: «Ας πεθαίνει με τιμή όποιος δεν μπορεί να ζήσει με τιμή» και δείχνει τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των Ιαπώνων. Η ΜπάττερφλαΪ δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να τελειώσει τη ζωή της με την αξιοπρέπεια που της αξίζει. Όταν συνειδητοποιήσει πως έχασε τα πάντα, την αγάπη, τον άντρα, τη ζωή που ονειρεύτηκε, αλλά ακόμα και το παιδί της, επιλέγει το τελετουργικό σεπούκου, δηλαδή το χαρακίρι. Με το τραγικό της τέλος, όμως, κατορθώνει να απαγκιστρωθεί από τη συνθήκη θυματοποίησης που βιώνει με τον Πίκερτον και μεταμορφώνεται στη γυναίκα που καθορίζει η ίδια τη μοίρα της.
Από την άλλη πλευρά, ο Πίκερτον καταδεικνύει τον δυτικό πολιτισμό που έρχεται σε έναν τόπο πολύ διαφορετικό και φέρνει την εξουσία, την κατοχή, το κυνήγι της λείας, το κέρδος και την έννοια της στυγνής αγοραπωλησίας χωρίς ίχνος συναισθήματος και συνειδησιακής φόρτισης για όσα συμβαίνουν. Το ισχυρό που εκμεταλλεύεται το ανίσχυρο. Ο Πίκερτον ανακαλύπτει τη φτώχεια, την ευάλωτη θέση μιας κοπέλας, την αδυναμία της και συμπεριφέρεται σαν κυρίαρχος.
Η Μαντάμ ΜπάττερφλαΪ είναι μια κοινωνικό και πολιτικό έργο που καταδεικνύει την αυστηρή πατριαρχική συνθήκη, την εκμετάλλευση, την ανθρώπινη σκληρότητα, την τραγική μοίρα και την αφοσίωση.
Μερικές πληροφορίες ακόμα
Πριν γίνει μια από τις πιο αγαπημένες και πιο ανεβασμένες όπερες στον κόσμο, ο Πουτσίνι συνέθεσε πέντε διαφορετικές εκδοχές της. Η αρχική έκδοση σε δύο πράξεις έκανε πρεμιέρα στις 17 Φεβρουαρίου 1904 στη Σκάλα του Μιλάνου. Συχνά αποδιδόμενη στην καθυστερημένη ολοκλήρωσή της και στον ανεπαρκή χρόνο πρόβας, η πρεμιέρα ήταν μια τεράστια αποτυχία και γι’ αυτό αποσύρθηκε γρήγορα. Ο Πουτσίνι αναθεώρησε ουσιαστικά την παρτιτούρα, χωρίζοντας τη δεύτερη πράξη σε δύο ξεχωριστές πράξεις, με τη Βουηχτή Χορωδία να αποτελεί γέφυρα μεταξύ της Δεύτερης και της Τρίτης Πράξης. Στην πρώτη της παρουσίαση στις 24 Μαΐου 1904 στην Μπρέσια, η αναθεωρημένη έκδοση σημείωσε άμεση επιτυχία. Η «Κανονική Έκδοση» που παίζεται συχνότερα σήμερα είναι η πέμπτη και τελευταία εκδοχή του Πουτσίνι που χρονολογείται από το 1907.
Οι σύγχρονοι ακροατές μπορεί να εκπλαγούν ακούγοντας τον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ να αναφέρεται περισσότερες από μία φορές στη Μαντάμα Μπαττερφλάι . Ωστόσο, την εποχή του Πουτσίνι, το τραγούδι ήταν γνωστό ως ο ύμνος του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ. Υιοθετήθηκε από το ναυτικό το 1889 και έγινε ο επίσημος εθνικός ύμνος μόνο με πράξη του Κογκρέσου που υπεγράφη από τον Πρόεδρο Χέρμπερτ Χούβερ τον Μάρτιο του 1931. Η άρια του Υπολοχαγού Πίνκερτον «Dovunque al mondo» παίρνει τα δύο πρώτα μέτρα απευθείας από τον ύμνο, ενώ το «O say, can you see…» χρησιμοποιείται σε μεταγενέστερες άριες τόσο από τον Πίνκερτον όσο και από την ίδια την Μπαττερφλάι.




