
Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι εκείνος που, γράφοντας αυτόν τον στίχο, έγινε σώμα και αίμα του. Ο Ελύτης είναι ο ποιητής της έννοιας. Ακόμα και το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο εμπεριέχει μια έννοια (Ελ, η αρχή της Ελλάδας, της ελευθερίας, -ύτης, αρχέγονο και αιώνιο). Σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό ύψωμα ενός νησιού και το κοίταξε από εκεί, για να νιώσει την αύρα τη θαλασσινή από την άκρη του ουρανού, προσευχήθηκε με την πιο ιερή ικεσία και έπλασε το Άξιον Εστί, βρήκε την πιο μικρή πέτρα που ακούμπησε στην άκρη της θάλασσας και ζωγράφισε τα βράχια, υψώθηκε πάνω από την Ελλάδα και κατέγραψε κάθε στιγμή της. Απέδειξε πως κάθε μικρό κομμάτι της είναι αναπόσπαστο μέρος του μεγαλείου της. Έκανε τον έρωτα διαυγή και αιθέριο, σκοτεινό και αβέβαιο, τον έντυσε με χρώματα και τον ύψωσε στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και, όταν έχασε την αναπνοή του, φύσηξε με τις λέξεις του και τον ζωντάνεψε.
Και γίναμε πλούσιοι, και βάλαμε φτερά στα χέρια. Πετάξαμε μαζί του, αγαπήσαμε και υμνήσαμε, δακρύσαμε και ονειρευτήκαμε. Μάθαμε την Ελλάδα. Εκείνη που δε θα ζήσουμε ποτέ.
Όταν σε μια συζήτησή του με τον Μάνο Χατζιδάκι, αναρωτήθηκε; «Γιατί τα κάναμε όλα αυτά; Τι νόημα έχει που δουλέψαμε;» ο Χατζιδάκις του απάντησε; «Οδυσσέα, μην ανησυχείς, για εμάς και τους φίλους μας τα κάναμε. Άλλωστε, η Ελλάδα υπάρχει μόνο στα όνειρά μας».
Κι εμείς οι φίλοι τους, σήμερα, θα τιμήσουμε αυτόν τον Μέγα, μιας και, σαν σήμερα, στις 18 Οκτωβρίυ, ο Οδυσσέας Ελύτης πήρε, το 1979, το δεύτερο και τελευταίο μέχρι σήμερα Νόμπελ λογοτεχνίας.
Στην αρχή της ομιλίας του, μιλάει για την αφορμή των πεπραγμένων του:
Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία
Και κάπου στη μέση, η επεξήγηση της σπουδαίας φράσης του, που μόνο ο ίδιος δικαιούται να δώσει υπόσταση και όρια:
Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε
Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός, προσωπικός παράδεισος, ανεπανόρθωτα, ο δικός μου θα πρέπει να είναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τα ασημώνει ο άνεμος, καθώς λεύκες, από ανθρώπους που βλέπουν να επαναστρέφει επάνω τους το δίκιο που τους είχε αφαιρεθεί, από πουλιά που ακόμα μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά και να λένε “έρωτας”, έρωτας, έρωτας




