
Για το μυθιστόρημα «Ιωάννης Άγγελος» του Μίκα Βαλτάρι γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Μίκα Βάλταρι είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας ιστορικού μυθιστορήματος του περασμένου αιώνα. Θα το έχετε διαπιστώσει ίσως όσοι έχει τύχει να διαβάσετε κάποιο από τα μεγάλα του έργα. Έχει ασχοληθεί με πολλά σημαντικά κομμάτια της Ιστορίας και το συγγραφικό αποτέλεσμα έχει πάντα το εξής χαρακτηριστικό: Μέχρι το τέλος της ανάγνωσης κρατάει τον αναγνώστη του στον κόσμο του θέματος που ασχολείται με τόση ένταση και εγρήγορση που δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει το βιβλίο. Ο Φινλανδός συγγραφέας, πάντα γνώστης του θέματος που θα ασχοληθεί, δεν πρόκειται να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Ο Μίκα Βάλταρι είναι ένας πραγματικός εκπρόσωπος του ορισμού του ιστορικού μυθιστοριογράφου, που γνωρίζει την ακριβή έννοια του όρου και ποτέ δε θα απογοητεύσει τον αναγνώστη σε σχέση με το αντικείμενο που πραγματεύεται. Είναι γοητευτικός!
Ιωάννης Άγγελος
Το μυθιστόρημα «Ιωάννης Άγγελος» θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα έργα του. Δικαίως, αν κάποιος έχει διαβάσει και άλλα του μυθιστορήματα, αν και δεν είμαι ακόμα σίγουρη ποιο μου αρέσει περισσότερο· κάθε φορά ήμουν σίγουρη πως το τελευταίο που είχα διαβάσει ήταν το καλύτερο.
Ο Ιωάννης Άγγελος είναι ένας ήρωας μυστήριος -όπως όλοι οι ήρωες του Μίκα Βάλταρι- που εμφανίζεται στην Κωνσταντινούπολη τον τελευταίο χρόνο πριν την Άλωση, το 1453. Τις σκέψεις και τα συναισθήματά του θα τα αφήσει σε ένα ημερολόγιο. Εκεί θα γράψει όλες τις ιστορικές στιγμές, αλλά και την προσωπική του αλήθεια. Άρα η αφήγηση προέρχεται από μια ημερολογιακή καταγραφή, στοιχείο μυθιστορηματικό που πάντα έχει γοητεία.
Η στιγμή που εμφανίζεται στην Κωνσταντινούπολη είναι στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, στην Αγιά Σοφιά, όταν λαμβάνει χώρα η ένωση των δύο εκκλησιών προκειμένου να δεχτεί βοήθεια η Βασιλεύουσα από τους δυτικούς στην ύστατη στιγμή της απειλής από των Μωάμεθ. Ο ίδιος ο Ιωάννης Άγγελος, που αποτελεί ένα μυστήριο η ύπαρξη και η παρουσία του στην Κωνσταντινούπολη, θα κάνει την αποκάλυψή του αργά και μεθοδικά μέχρι το τέλος του βιβλίου.
Είναι ένας, εκ πρώτης όψεως, Δυτικός, χωρίς μούσι σύμφωνα με τα πρότυπα τα ανατολικά, που σώθηκε από την αιχμαλωσία των Οθωμανών, όπου βρέθηκε μετά από την τελευταία σταυροφορία. Προς το τέλος, θα αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα. Είναι από την Κωνσταντινούπολη, γόνος μεγάλης και αρχοντικής οικογένειας που έζησε και μεγάλωσε στην Ευρώπη.
Η ιστορία που θα διηγηθεί είναι ο τελευταίος χρόνος της βασιλεύουσας και θα παρουσιάσει όλα τα σημαντικά ιστορικά πρόσωπα που πήραν μέρος, σε πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό επίπεδο μέχρι την Άλωση της Πόλης, αλλά και την πλευρά των Οθωμανών, από τη στιγμή που ο Μωάμεθ θα ξεκινήσει την εκστρατεία του από την Ανδριανούπολη. Παράλληλα, θα διηγηθεί και την προσωπική του ιστορία για τον έρωτα που νιώθει για την κόρη του Λουκά Νοταρά, την Άννα, που πολέμησε μέχρι τέλους στις επάλξεις για τη νίκη της πόλης της.
Σκέψεις
Ο Μίκα Βάλταρι θα δημιουργήσει ένα μυθιστόρημα υψηλής αφηγηματικής αξίας, μέσα από μια ερωτική ιστορία που θα ρέει μέσα στη δραματική πλευρά της Άλωσης, με ύφος μελαγχολικό, με μικρές δόσεις χιούμορ -χαρακτηριστικό της γραφής του- που σε καμία περίπτωση δεν κρύβουν σαρκασμό ή υποβάθμισης της τραγικότητας των στιγμών, θα θίξει τα κακώς ιστορικά κείμενα από την πλευρά της αριστοκρατίας και της θρησκευτικής κοινότητας της Πόλης, τον τρόπο που έγινε η προδοσία και η κατάληψή της, του ρόλου της παπικής εκκλησίας στη δραματικότερη περίοδο της Ιστορίας, θα κάνει μια σοφή πολιτική προσέγγιση των δεδομένων της εποχής, και θα εξάρει τα ιστορικά πρόσωπα που πολέμησαν μέχρι τελικής πτώσεως για την άμυνα της Πόλης.
Δε θα παρεκκλίνει στιγμή από την ιστορική αλήθεια, δε θα παραποιήσει κανένα από τα τεκταινόμενα που έχουν γίνει γνωστά σήμερα ιστορικά, αλλά θα καταφέρει να δημιουργήσει ένα γοητευτικό και ευέλικτο κείμενο, με ίσες δόσεις ευαισθησίας, δραματικότητας, λογικής και ορθού συλλογισμού. (Η αλήθεια είναι πως ένιωσα ξανά έτσι όταν διάβασα το «Πήραν την Πόλη πήραν την», Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου).
Τα όμορφα μυθιστορήματα δεν έχουν χρόνο. Η αξία τους και το επίκαιρο της γραφής είναι πάντα ένα δεδομένο που τα εντάσσει στα λογοτεχνικά αριστουργήματα που διαβάζονται χωρίς τη σκέψη πως πρόκειται για κάτι το πεπερασμένο. Είμαι βέβαιη πως θα νιώσετε την ίδια αίσθηση όσοι από εσάς το διαβάσετε, πράγμα που σας προτείνω ανεπιφύλακτα.
Εσύ διαβάτη, που θα περάσεις κάποτε από τα ερείπια αυτού του τείχους, να ξέρεις πως μέσα από τα κίτρινα λουλούδια και τη σκόνη θα σε κοιτάζουν βαθιά και λυπημένα τα μάτια των τελευταίων Ελλήνων.





