
Για το μυθιστόρημα «Η Ταβέρνα» του Εμίλ Ζολά, γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Εμίλ Ζολά έγραψε τα αριστουργήματά του με γνώμονα τις πραγματικές συνθήκες και τα βιώματα των ηρώων του. Έτσι κατάφερε να εκπροσωπήσει τον ευρωπαϊκό νατουραλισμό, να θεωρείται σήμερα ο μεγάλος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα.
Η συγγραφή βρήκε νέες φόρμες, που ανταποκρίθηκαν στις κοινωνικές συνθήκες που βίωνε ο αληθινός κόσμος στα αστικά κέντρα. Έτσι η θεματολογία του νατουραλισμού δίνει έμφαση στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, που αντιμετωπίζουν τη φτώχεια, τον αλκοολισμό, τη βία, την ηθική παρακμή με βασικό κριτήριο να μην ωραιοποιηθεί καμία από τις καταστάσεις που πραγματεύεται.
Η σημερινή αφιερωματική αναφορά είναι για την «Ταβέρνα», του Εμίλ Ζολά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, γνωστό στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το μυθιστόρημα «Η Ταβέρνα» ανήκει στη συλλογή μυθιστορημάτων του συγγραφέα με τίτλο « Les Rougon-Macquart», οι Ρουγκόν-Μακάρ, που αποτελείται από είκοσι μυθιστορήματα με κοινό παρανομαστή την οικογένεια Ρουγκόν Μακάρ, και της ιστορίες τους που εξελίσσεται κατά την περίοδο της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Από το 1852 έως και το 1872.
Η Ταβέρνα
Το μυθιστόρημα «Η Ταβέρνα» είναι το έβδομο μυθιστόρημα του κύκλου και έχει ως θέμα του τον αγώνα μιας γυναίκας να βρει την ευτυχία στο εργατικό Παρίσι. Η Ζερβέζ Μακάρ, η ηρωίδα του μυθιστορήματος δουλεύει σαν πλύστρα ενώ είναι μητέρα δύο παιδιών. Γίνεται μητέρα στα δεκατέσσερα της χρόνια και εγκαταλείπεται από τον άντρα της, ο οποίος την κακομεταχειρίζεται και της ασκεί βία. Μετά από τη βάναυση συμπεριφορά του Λαντιέρ, θα παντρευτεί τον Κουπό, με τον οποίο θα αποκτήσει τη γνωστή σε όλους μας Νανά.
Το όνειρο της Ζερβέζ θα γίνει πραγματικότηταμ να ανοίξει μια δική της επιχείρηση . Θα τα καταφέρει, όταν ο γείτονάς της, βαθιά ερωτευμένος μαζί της, θα δανείσει στην οικογένεια του Κουπό τα χρήματα για τη επιχείρηση της Ζερβέρ. Όμως ο Κουπό θα χτυπήσει σοβαρά, πέφτοντας από την οροφή ενός κτιρίου. Η ζωή της ηρωίδας θα αλλάξει.
Ο Κουπό θα γίνει μέθυσος στην «Ταβέρνα», μιας και καταλήγει ανάπηρος και ανίκανος να εργαστεί. Έτσι, τα όνειρα της Ζερβέζ θα γίνουν εφιάλτης. Τα χρέη, η εξαθλίωση και η απελπισία φαίνονται η μόνη οδός για το μέλλον της Ζερβέζ. Στην πραγματικότητα καταλήγει να κοιμάται στη βρομιά σε μια αυλή που μοιάζει με νεκροταφείο, λιμοκτονώντας, μόνη, με την κόρη της να έχει γίνει πόρνη.
Ο Ζολά «χτίζει» μια ιστορία σκληρή, βίαιη, χωρίς εξωραϊσμούς. Περιγράφει την οδυνηρή κατάσταση της ηρωίδας, μέσα από σκηνικά που μεγεθύνουν την απόγνωση και την κατάστασή της. Ο κόσμος των ανοιχτών υπονόμων και των υπερχειλισμένων αποχετεύσεων, της δυσοσμίας των άπλυτων σωμάτων και των απορρίψεων από τα σφαγεία, αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και παρουσιάζεται η Ζερβέζ. Φαίνεται ναι εγγυημένο ότι θα συντρίψει το ανθρώπινο πνεύμα κατά την άποψη του Ζολά
Η ερμηνεία που θα δώσει, λειτουργεί ως γέφυρα για τον κύκλο των μυθιστορημάτων του, είναι η γονιδιακή κληρονομικότητα της Ζερβέζ με την πρώτη της πρόγονο και την κατάρα που την ακολουθεί, εκείνη και τους απογόνους της.
Οι κύριοι χαρακτήρες του έχουν, όπως και οι μεγάλοι τραγικοί ήρωες, ένα μοιραίο ελάττωμα. Μια μολυσμένη κληρονομιά επικαλείται επανειλημμένα ως παράγοντας που ζυγίζει τις προσπάθειες των χαρακτήρων να αποφύγουν έναν σχεδόν προκαθορισμένο εκφυλισμό. Ο Κοπό γίνεται αλκοολικός όπως ακριβώς και ο πατέρας του, και όπως κι αυτός, παθαίνει ένα παρόμοιο ατύχημα. Η Ζερβέζ, κακοποιημένη από τους συντρόφους της όπως ακριβώς και η μητέρα της, έχει ένα σωματικό ελάττωμα επίσης· κουτσαίνει. Αποδυναμωμένες από τα κληρονομημένα ελαττώματά τους, αυτές οι μορφές είναι ανίσχυρες απέναντι στις δυνάμεις της δηλητηριώδους ατμόσφαιρας της γειτονιάς τους.
Ο ίδιος, στον πρόλογο του μυθιστορήματός του θα γράψει:
Η μέθη και η αδράνεια οδηγούν σε αποδυνάμωση των οικογενειακών δεσμών, στη βρομιά της ασυδοσίας, στην προοδευτική παραμέληση των ευπρεπών συναισθημάτων και τελικά στην υποβάθμιση και τον θάνατο.
Οι χαρακτήρες μου δεν είναι κακοί, είναι απλώς αδαείς και κατεστραμμένοι από τις συνθήκες εξαντλητικής εργασίας και φτώχειας στις οποίες ζουν.
Αν και το μήνυμα του έργου φαίνεται ζοφερό, τραγικό, ανέλπιδο, ο Ζολά καταφέρνει να μεταφέρει τη διαχρονική δύναμη αυτού του μυθιστορήματος, μιας και αναγκάζει, στην πραγματικότητα, τον αναγνώστη να αναγνωρίσει και να αντιληφθεί την πραγματικότητα της ζωής σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όπως φαίνεται μέσα από την εμπειρία μιας γυναίκας.
Οι σκηνές και οι επιμέρους ιστορίες στην «Ταβέρνα» ενισχύουν την τραγική κατάσταση την οποία βιώνουν οι ήρωες: Ένας άντρας σκοτώνει τη γυναίκα του κλωτσώντας την. Η οκτάχρονη κόρη του αναλαμβάνει την κηδεμονία των δύο μικρότερων αδελφών της. Ο άντρας παίρνει ένα μαστίγιο αλόγου μόνο και μόνο για να τη χτυπήσει με αυτό και στη συνέχεια κατηγορεί το κορίτσι που του ζήτησε να αγοράσει ένα μαστίγιο και τη χτυπάει γι’ αυτό. Στο μέρος όπου γίνεται η πλύση των ρούχων εργάζεται μια γυναίκα με νοητικά προβλήματα και ο ιδιοκτήτης τη χαστουκίζει επειδή είναι αργή. Οι γυναίκες συνήθως πηγαίνουν στις δουλειές των συζύγων τους την ημέρα της πληρωμής για να αποφύγουν να ξοδέψουν όλα τα χρήματα σε ένα κατάστημα με ποτά.
Η Ζερβέζ γίνεται επίσης αλκοολική. Η κόρη της, η Νανά, τριγυρίζει στους δρόμους για χρήματα και για να ξεφύγει. Στα δεκαπέντε της έχει αρχίσει να τραβάει την προσοχή μεγαλύτερων ανδρών. Ο πατέρας της την κακοποιεί συνεχώς και την αποκαλεί πόρνη. Σε μια απελπισμένη σκηνή, η γυναίκα, τώρα σαράντα ετών και πολύ παχιά, περπατάει στους δρόμους για να πουλήσει τον εαυτό της, αλλά δεν μπορεί να βρει κάποιον που να την αγοράζει.
Οι περιγραφές, ίσως, για τον σημερινό αναγνώστη, φαντάζουν σαν μελό κινηματογραφική ταινία εποχής, στην πραγματικότητα όμως αναδεικνύει μια εποχή σκληρή, που με δυσκολία, ίσως και μηδαμινή πιθανότητα υπάρχει για να ξεφύγει κάποιος που τη ζει. Ο Ζολά καταφέρνει να αποτυπώσει όλα όσα χαρακτηρίζουν την εποχή που πραγματεύεται χωρίς να δημιουργήσει λογοτεχνικές φόρμες κατάλληλες για να παρουσιάσει κάτι δραματικό με τρόπο ευπρεπισμένο, sic, με λογοτεχνικούς εξωραϊσμούς. Έτσι, συναντιέται με την αθλιότητα και τη μιζέρια σε όλο τους το πλαίσιο, σαν ένας μοναδικός λογοτεχνικός μάρτυρας της κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής του.
Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1902 φεύγει από τη ζωή ο Εμίλ Ζολά





